22.8.09

1 friend request...

«…Στα σοβαρά μην με παίρνεις είν' το μυαλό μου θολό
Είναι κι ο κόσμος μου αστείος
Κι όταν με βαρεθείς τελείως
Ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες

Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο
Και κάποιο στίχο που σου μοιάζει
Κοιτάζω έξω και χαράζει
Έγινε το αύριο πάλι χθες…»

Κάπως έτσι θυμάμαι την τελευταία εικόνα της Βάνιας... Ναι, με τη μελωδία του Αλκίνοου, από τη φωνή της Χαρούλας, ενώ πίναμε μπύρες σε μια παραλία της Βουλιαγμένης ξημερώματα και μόλις είχαμε... “τελειώσει” και αυτή να μου λέει, «αυτό το τραγούδι θα μπορούσα να στο τραγουδάω όλο εγώ…». Την κοίταξα σχεδόν απορημένος…αν και μέσα μου ήξερα…
Από τότε σιωπή… Χάθηκε… Τα τηλέφωνά της κλειστά… msn κενό… το Skype ανενεργό… το profile της στο facebook ανύπαρκτο… Πέρασα από το σπίτι της… Φώτα…! Δεν τόλμησα να χτυπήσω… Έφυγα και απλά σκέφτηκα ότι ίσως να μετάνιωσε για ότι έγινε και το καταλαβαίνω βέβαια…εν μέρει…

Τη Βάνια τη είχα δει πρώτη φορά στη συναυλία του Manu Chao στο Terra Vibe στη Μαλακάσα. Γνωριστήκαμε από κοινούς φίλους. Μου έκανε εντύπωση γιατί έμοιαζε με σύγχρονη πριγκίπισσα ντυμένη σε στολή νέο-χίπισσας. Δεν έπεσα και πολύ έξω… Παιδί των Νοτίων Προαστίων, από ευκατάστατη οικογένεια, με τους ψυχολόγους της…τις αϋπνίες της… τα χάπια της… και το πέρασμά της από τον υπέροχο κόσμο του αλκοολισμού ήδη από τα 20 της…
4 χρόνια πριν δηλαδή…
Κλασσικά υπήρχε στο παρελθόν και για κάποια στιγμή της ζωής της και ο αλητόφλωρος γκόμενος που την είχε κολλήσει γιατί της φερόταν όσο χειρότερα γινόταν και της έριχνε και καμία ψιλή στο τσακίρ (ξέρετε αυτά που γουστάρουν οι γυναίκες σε μικρότερες ηλικίες…) και όλα καλά!!

Ιδανικό προφίλ γκόμενας ή ανθρώπου που πάω και κολλάω… Τρελή κι αδέσποτη… με την ψευδαίσθηση της αλλαγής της από εμένα… Και τη διαφαινόμενη μάχη για τη διεκδίκησή της…
Και ξέρετε…Πετυχαίνει!
Όντως στρώνω ανθρώπους! Με εμπιστεύονται… Αφήνονται… Αλλάζουν… Ε, και τότε φεύγουν!!! Συνήθως, ο τυχερός, είναι πάντα ο επόμενος από εμένα… Βέεεεβαια… Είναι αυτός που του έχω στρώσει την μπάλα στη γραμμή κι έρχεται απλά και τη χαϊδεύει για να την ωθήσει προς τα δίχτυα και να βάλει το γκολ!

Οι μήνες μου περνούσαν, κι εγώ σερνόμουν από αγκαλιά σε αγκαλιά, από ξεφτίλα σε ξεφτίλα και από πάρτυ σε πάρτυ… Μέχρι μια μέρα που...

«Πω, πω... 2+ πήγε... Από τις 9 το πρωί τρέχω σαν τον μαλάκα και έφτασε τέτοια ώρα για να μαζευτώ από αυτό το μπουρδέλο που έχω μπλέξει για δουλειά 6 χρόνια τώρα...»

Σε εταιρεία διοργάνωσης συναυλιών δουλεύω σαν group manager και αν δεν κλείσω 15ωράκι, θεωρείται ημιαργία... (έτσι είχα βρεθεί και στη Μαλακάσα... Σίγα μην περπατούσα εγώ τόσα χιλιόμετρα για να φτάσω στις συναυλίες... Πάσο, parking και κύριος η τεμπελάρα!).

Ενώ νύσταζα, με έτρωγε να μπω στο facebook να χαζέψω λίγο και να κοιμηθώ πιο αποχαυνωμένο ακόμα...

“You have…1 friend request” & “1 inbox”

…Vania V.

“Όχι θεέ μου... Όχι... δε το πιστεύω!!! H Bάνια...”

Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν όσο κοιτούσα τη φωτογραφία της μου φάνηκαν αιώνας...

Accept!

Θεέ μου...είναι το ίδιο όμορφη ακόμα... Πωωωω...10 μήνες πέρασαν...

Mutual Friends…1

Thanos Trivizas

O Θάνος ήταν γνωστός μου μέσω του κολλητού μου του Γιώργου και τον είχα δει άλλη δύο φορές πριν γνωρίσω τη Βάνια… Μέσω του Θάνου γνώρισα τη Βάνια… Ήταν η κοπέλα του… Και είναι ακόμα απ’ ότι βλέπω στο relationship status…
Ναι… ήταν και τότε κοπέλα του…εκείνο το βράδυ στη Βουλιαγμένη… Αλλά…
Κάτι μαγικό μας οδηγούσε… Και μένα κι αυτήν… Κάτι ανεξέλεγκτο! Είχαμε θολώσει…Δεν σκεφτόμασταν! Απλά το κάναμε… γιατί λίγο ακόμα και θα έσπαγαν μάλλον τα πάντα μέσα μας… Έπρεπε να βγει αυτό το συναίσθημα… Έπρεπε να εκτονωθεί… Έπρεπε… (?)

Κλικ στο inbox… To μήνυμα περίμενε να χαζέψω πρώτα λίγο τις φωτογραφίες της για να καταλάβω πως ζει… Όλες παλιές… πριν τη γνωρίσω…

Ανοίγω το inbox…

“Πίστευα πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ… Έφυγα και κρύφτηκα γιατί…έτσι έπρεπε… Ντράπηκα πολύ την επόμενη μέρα… Για τον Θάνο… για μένα… για σένα… Δεν ήξερα πώς να ξεφύγω από αυτό που έκανα και από αυτό που ένιωθα τελικά για σένα… Τόσο σύντομα… Tόσο όμορφα… Tόσο δυνατά…
Λένε όμως πως όταν οι άνθρωποι προγραμματίζουν… ο Θεός γελά…
Αυτό το λάθος έκανα κι εγώ… Προγραμμάτισα να μην ξαναδώ τα μάτια σου… και τελικά καταδικάστηκα να τα «βλέπω» για μια ζωή… Αλήθεια, δεν το φανταζόμουν ποτέ… Το έμαθα ή μάλλον το κατάλαβα…μετά…
Στο link που θα βρεις από κάτω θα βρεις μια φωτό που θα μπορείς κι εσύ να τα βλέπεις… Αλλά σε παρακαλώ μόνο από εκεί… Με τον Θάνο ζούμε όμορφα και δεν θα ήθελα τίποτα να αλλάξει τη ζωή μου πλέον…
Μια νύχτα…ήταν αρκετή για να αλλάξει για πάντα…
Δεν σε κατηγορώ… Μαζί το κάναμε… Αλλά μόνη μου το συνεχίζω… Έτσι έπρεπε
Καληνύχτα…

υ.γ.: Oύτε το σ’ αγαπώ δεν μπόρεσα να «χτίσω» μέσα μου για να στο πω… έστω τώρα! Μέσα από εδώ θα "επικοινωνούμε"... σαν φίλοι...”

Πατάω το link…

………………………………………………………………………………………………………………...................
Σιωπή…
Δάκρυ…
Χαμένος…
Κενό…

Δεν το πιστεύω…
Ένα μωρό με μάτια ίδια με τα δικά μου…

Τελικά… Έπρεπε…(?)
"...Κοιτάζω έξω και χαράζει...
...Έγινε το αύριο πάλι χθες..."
(* To 54% από τους αναγνώστες μας, στην ερώτηση "τι έπρεπε να κάνει η Βάνια", πιστεύει πως θα "έπρεπε να χωρίσει με τον Θάνο...από την αρχή ή έστω τώρα που το έμαθε". Το 27% (καθόλου μικρό ποσοστό αναλογικά, πιστεύει πως θα "έπρεπε η Βάνια να κρατήσει μόνο για τον εαυτό της, αυτό που μόνο η ίδια γνώριζε..."! Αλήθεια...πόσο εύκολα θα μπορούσε να ζήσει όμως μέσα της, με οποιαδήποτε επιλογή...Μάλλον καθόλου!
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας.)

17.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - The End (πριν το...βιβλίο)

Το μάτι μου ανοίγει από το ροχαλητό του Χρήστου.
- Σσσς. Κάνω, και αμέσως σταματάει.
Τι περίεργο. Φαίνεται ότι ο εγκέφαλός του λειτουργεί με τη μέθοδο της υπνοπαιδείας!
Αλλάζω πλευρό μήπως και καταφέρω να κοιμηθώ λίγο ακόμα αλλά που τέτοια τύχη. Το ροχαλητό επανέρχεται δριμύτερο.
Ας σηκωθώ καλύτερα, γιατί δεν το βλέπω να σταματάει…
Βγαίνω στην βεράντα και βρίσκω τη Μαρία να πίνει το χυμό της χαζεύοντας ένα περιοδικό.
- Καλημέρα. Με τα ρούχα κοιμήθηκες εσύ; Ρωτάει.
- Ναι. Η βαλίτσα μου είναι επάνω ακόμα.
- Καλά με αυτόν θα κοιμάσαι; Συνεχίζει αφήνοντας το περιοδικό στο τραπέζι.
- Άσε και δεν θέλεις να ξέρεις τι έπαθα εχθές.
Το ροχαλητό του είναι απερίγραπτο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πριν κοιμηθεί εχθές ήθελε να ενώσουμε και τα κρεβάτια!
- Πλάκα κάνεις!
- Μακάρι να έκανα πλάκα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Φτιάχνω τον καφέ μου και κάθομαι να
ξεφυλλίσω ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό.
Η καημένη η Μαρία, σίγουρα δεν ξέρει για τον Φρανσουά. Ή μήπως ξέρει και η επιλογή της είναι συνειδητοποιημένη ; Μπα, αποκλείεται να είναι αλήθεια όλες αυτές οι κακίες που λέει ο Ανδρέας από πίσω της. Ότι τον θέλει τάχα μου για να κάνει μεγάλη ζωή και τέτοιες αηδίες.
- Για να πούμε τίποτα ευχάριστο βρε Μαράκι. Πότε με το καλό ο γάμος;
- Τον Οκτώβρη.
- Α, μάλιστα. Στην Ελούντα είπαμε. Σωστά;
- Ναι, στην Ελούντα.
- Και που θα μείνετε μετά τον γάμο;
- Οι γονείς μου θα μου αγοράσουν ένα σπίτι στο Ψυχικό. Ξέρεις ο Φρανσουά διάλεξε το Ψυχικό γιατί είναι κέντρο απόκεντρο. Αλλά επειδή δεν έχουμε βρεί το κατάλληλο σπίτι ακόμα, θα μένουμε προς το παρόν σ’ αυτό που νοικιάζει ο Φρανσουά. Μέσα στο χρόνο όμως πιστεύω ότι θα έχουμε μετακομίσει.
Ορίστε που διαλέγει και τη προίκα ο σόγαμπρος! Α, δεν γίνεται. Τούτη εδώ όχι μόνο δεν έχει ιδέα, αλλά κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και κάποιος πρέπει να την ξυπνήσει!
- Μμμ, ωραία. Και μένα μ’ αρέσει το Ψυχικό. Συνεχίζω καθώς ρουφάω με το καλαμάκι τον καφέ μου. -Οι γονείς του καλοί είναι;
- Καλοί…Μη νομίζεις ότι γνωριζόμαστε και τόσο καλά, τα τυπικά…. ΄Αλλωστε οι δικοί του γυρίζουν τον κόσμο συνέχεια και δεν είναι και πολύ δεμένοι με τον Φρανσουά. Να φανταστείς ότι μεγάλωσε εσώκλειστος σε σχολείο αρένων.
Νάτο! Από ‘κει του ‘μεινε το κουσούρι!
- Θα πρέπει να γίνει πολύ ωραίος ο γάμος στην Ελούντα. Κουμπάρος ποιος θα είναι;
- Ένας φίλος του που έχει το δικηγορικό γραφείο που δουλεύει. Ο Γιώργος ο Κοντινός.
- Α, ναι τον γνωρίζω. Έχει τύχει να βγούμε στην ίδια παρέα μερικές φορές.
Το παζλ έχει αρχίσει να δένει τέλεια. Ο κουμπάρος είναι ένας χοντρούλης καλοβαλμένος, από τους τύπους που ψάχνεις να βρείς τσαλάκωμα στο πουκάμισο και δεν βρίσκεις με τίποτα. Με πολύ καλή κοινωνική θέση και ακόμα πιο πλούσια μνηστή, αλλά παρόλα αυτά εμένα πάντα μου έκανε μισογύνης. Μάλιστα είχε ακουστεί κατά καιρούς ότι το πήγαινε το γράμμα με έναν άλλον από την παρέα του, που είχε μια ασφαλιστική εταιρεία. Αλλά από την άλλη ποιος να δώσει βάση στις κακίες του κόσμου... Τώρα όμως όλα βγάζουν νόημα.
- Θα έρθεις και συ με τον Ανδρέα. Μου λέει η Μαρία.
- Σ’ ευχαριστώ πολύ. Βεβαίως και θα έρθω.
- Που θα έρθει; Ρωτάει ο Ανδρέας τη Μαρία, τεντώνοντας τα χέρια του από τη μπαλκονόπορτα.
- Στο γάμο.
- Α, ναι, Ελούντα σου ‘ρχόμαστε. Δηλώνει και κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη χαϊδεύοντας την κοιλιά του. – Όλο το jet- set θα είναι συγκεντρωμένο. Σωστά δεν τα λέω Μαρία;
- Σταμάτα πια βρε βλαμένο. Του λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού η Μαρία, χτυπώντας τον με το περιοδικό στο κεφάλι.
- Μη βαράτε, γιατί δεν αντέχει άλλη κακοποίηση ετούτο το κορμί. Δηλώνει γελώντας ο Ανδρέας και μπαίνει στη κουζίνα για καφέ.
- Μαρία, πως σου φαίνεται ο Γιώργος;
- Ποιος Γιώργος;
- Ο φίλος του Άγγελου.
- Για σένα;
- Όχι για μια ξαδέρφη που έχω στο χωριό. Για μένα βέβαια.
- Δεν κάνει αυτός.
- Γιατί το λες έτσι;
- Γιατί έχει τα μυαλά του πάνω απ’ το κεφάλι. Για αυτό. Σ’ αρέσει;
- Για να ρωτάω…Η αλήθεια είναι πως ενώ τον ξέρω χρόνια και ποτέ δεν μου έκανε εντύπωση, τώρα στο νησί μου φαίνεται συμπαθητικός.
- Ε, στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι!
- Λες;
- Σίγουρα. Άσε που φαίνεται και σαμιαμίδι δίπλα σου!
Σε λίγο έρχονται και οι υπόλοιποι στη βεράντα και
με τούτα και με κείνα περνά η ώρα και ξεκινάμε για το μπάνιο. Σήμερα αποφασίστηκε τελικά ότι τα αγόρια της παρέας ( να τα κάνει ο Θεός αγόρια…), θα πάνε για ψαροντούφεκο στους Λειψούς. Εγώ λόγω του κακού ύπνου που έκανα εχθές δεν με βλέπω να αντέχω, και επειδή και η Μαρία δεν θέλει ταρακούνημα σήμερα, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο μόνες μας στο Καλό Λιβάδι. Το μοντέλο είπε θα πάει για μπάνιο με τον Άγγελο και τον Γιώργο.
Ευκαιρία σήμερα που θα είμαστε μόνες μας να τη
ψαρέψω κιόλας. Είμαι σίγουρη ότι ούτε που υποψιάζεται
για τα καμώματα του καλού της. Γνωστό το έργο
άλλωστε…
Και θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμα… Αλλά δεν… Ίσως σε κάποιο βιβλίο...
Αυτό που για άλλη μια φορά μένει και επιβεβαιώνεται, είναι ότι, όταν σε πετύχει αυτό το ανάπηρο τυφλό μωρό με το βέλος του δεν σκαμπάζεις τίποτα!. Απλά κολλάς και ΄συ από την αναπηρία του. Δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις. Μέχρι μια ωραία πρωία, που ξυπνάς από τον λήθαργο, και ο εφιάλτης σου χαμογελάει με το χρυσό του δόντι να αστράφτει!


Ν.Ρ.

11.8.09

Και μη χειρότερα...

(...Πάτμου συνέχεια...Μια καλοκαιρινή ιστορία, από τη φίλη του blog, N.Ρ.)
Φτάνουμε στο σπίτι και κάθομαι περιμένοντας ένα από τα δύο μπάνια να αδειάσουν.
Αφού τελειώνει πρώτος ο Ανδρέας, μπαίνω στο κάτω μπάνιο και εγώ με τη σειρά μου.
Βγαίνοντας, έχουν ήδη έρθει και οι υπόλοιποι και έχουν φέρει πολύ ωραίο παγωτό από μια ιταλική ζελατερία που έχει απίθανες γεύσεις και τρώνε όλοι στη βεράντα.
- Ποιος έφαγε τη μαρμελάδα μου? Ρωτάει η Κατερίνα που βλέπει άδειο το βαζάκι πάνω στο τραπέζι.
Κάνουμε τους ανήξερους και εκείνη συνεχίζει.
- Την είχα πάρει από το φαρμακείο και είναι ειδική για να πηγαίνω στην τουαλέτα
Ο Ανδρέας με κλωτσάει κάτω από το τραπέζι .
- Εσύ μπάνιο δεν θα κάνεις; Ρωτάει την Κατερίνα
Και συνεχίζει να τρώει λαίμαργα παγωτό.
- Θα βγούμε το βράδυ; Ρωτάει εκείνη με τη σειρά της.
- Ναι. Θα πάμε για φαγητό στη χώρα και μετά για ποτό αν έχουμε όρεξη.
- Ε τότε θα μπω και ΄γω για μπάνιο.
Ε, βέβαια καιρός είναι, λέπια θα βγάλεις στο τέλος.
Αφού ετοιμαζόμαστε όλοι, ξεκινάμε για τον Βαγγέλη, μια ταβέρνα που είναι στην μέση της κεντρικής πλατείας και από ΄κει χαζεύεις τους πάντες. Όποιος είναι στο νησί θα περάσει και μια βόλτα από την πλατεία.
Παραγγέλνουμε ένα περίδρομο φαγητά ως συνήθως, και αφού τρώμε και πίνουμε κρασί χαζεύοντας τον κόσμο, πληρώνουμε και πάμε για ποτό στην γνωστή Αστοίβη.
Το μπαρ έχει αρχίσει να γεμίζει ασφυκτικά αλλά για καλή μας τύχη ο Άγγελος με τον Γιώργο έχουν τραπέζι μέσα και έτσι καθόμαστε μαζί τους.
Ο Φρανσουά παραγγέλνει σαμπάνια και αρχίζει να κουνιέται.
Σαν πολύ κουνιστός μου φαίνεται αλλά μάλλον η ιδέα μου θα ‘ναι . Ντροπή μου να σκέφτομαι τέτοια πράγματα τι με έχει πιάσει, αρραβωνιασμένος άνθρωπος.
Χορεύουμε όλοι, όταν από την πολύ ζέστη βγαίνω έξω να πάρω λίγο αέρα γιατί από το φαί, τα κρασιά και τη σαμπάνια νιώθω ότι θα σκάσω. Κάνω μια βόλτα μέχρι το έξω μπαρ και γυρνώντας να μπω από την άλλη πόρτα περνάω μπροστά από τις τουαλέτες. Καλέ τι είναι αυτά που βλέπω….ο Φρανσουά είναι κολλημένος πάνω στον Ανδρέα ψιθυρίζοντας του στο αυτί και από τον καθρέφτη φαίνεται ότι του πιάνει τον πισινό.
Μη χειρότερα. Μήπως δεν είδα καλά; Μήπως έκαναν πλάκα;
- Τι έγινε πέσαν τα καράβια σου έξω; Με ρωτάει η Μαρία καθώς με βλέπει που γυρίζω σκεπτική.
Τα δικά σου να δεις πόσο έξω έχουν πέσει και δεν το ξέρεις….. Ααχ καημένη Μαρία που δεν μπορούσες να βλέπεις τα σκυλιά της Κατερίνας, που να δεις ο αρραβωνιαστικός σου τι κάνει. Αλλά μήπως πάλι έκανα λάθος και βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα….Μπα όχι αποκλείεται, αφού το είδα με τα μάτια μου. Φέτος στο νησί της Αποκάλυψης θα τα δω όλα μου φαίνεται.
- Που είναι ο Φρανσουά και ο Ανδρέας; Την ρωτάω.
- Ο Φρανσουά πήγε τουαλέτα. Ο Ανδρέας δεν ξέρω. Εδώ ήτανε, μάλλον βγήκε έξω για λίγο.
- Α, μάλιστα.
- Τι έχεις εσύ;
- Τίποτα, μάλλον παράφαγα ως συνήθως και με έχει πιάσει το στομάχι μου, της λέω και αρχίζω να κουνιέμαι με τον Γιώργο που έχει πολλά κέφια σήμερα.
Να και ο Φρανσουά, έρχεται χορεύοντας με τον Ανδρέα πίσω του.
Τώρα που τον καλοβλέπω δεν έχω αμφιβολία για το ποιόν του. Από την αρχή μου έκανε κάπως ανάλαφρος τύπος αλλά δεν το σκεφτόμουνα δεύτερη φορά γιατί πάντα ήτανε με την Μαρία. Τώρα όμως είμαι σίγουρη ότι είναι ο τύπος του καλοζωισμένου buon viver που κάνει λίγο απ’ όλα! Καημένη Μαρία, γαμπρός να σου πετύχει σου ‘λαχε!
Το κέφι έχει ανάψει και όλοι χορεύουν στο τραπέζι και πίνουν σαμπάνια ώσπου σταματάει η μουσική.
- Πάνω στο καλύτερο μας έκοψε. Λέει ο Ανδρέας και σωριάζεται στον καναπέ.
- Αντγέα, να πάμε και Celine μετά. Προτείνει ο Φρανσουά.
Κεφάκια, βλέπω έχουμε γαμπρέ της κακιάς ώρας…
- Εγώ νυστάζω. Πετιέμαι. Καλύτερα να με αφήσετε σπίτι αν είναι να συνεχίσετε.
- Ιατί Νανσύ; Ρωτάει ο Φρανσουά.
- Γιατί μου πέσανε πολλά βαριά στο στομάχι σήμερα, γι’ αυτό.
- Έλα βλάκα, πάμε για λίγο. Και γω δεν είμαι για πολλά ξενύχτια. Λέει η Μαρία σκουντώντας με.
- Καλά ας είναι, απαντάω και ‘γω βλέποντας τον Γιώργο που με καλοκοιτάζει.
Φεύγουμε λοιπόν όλοι για το Celine και το βράδυ συνεχίζεται με τι άλλο από σαμπάνια….και πολύ χορό.
Τι σουρεάλ σκηνικό είναι αυτό που ζω, σκέφτομαι καθώς γυρίζουμε όλοι στο σπίτι και ακόμα δεν έχω δει τίποτα!
- Λοιπόν γλυκιά μου Σάσα, εγώ όπως είπαμε θα κοιμηθώ πάνω με την Κατερίνα. Δηλώνει ο Ανδρέας και ανεβαίνει με ελαφρά πηδηματάκια τη σκάλα.
Δεν είμαστε καλά, αυτό μου έλειπε τώρα.
- Φαίνεται πως θα κοιμηθούμε μαζί , μου λέει ο Χρήστος κοιτώντας με λάγνα.
Βρε δεν πας να πάρεις κανένα ζευγάρι παπούτσια της προκοπής λέω εγώ καλύτερα!
- Όχι μαζί χρυσέ μου. Μάλλον στο ίδιο δωμάτιο. Του απαντάω ξερά για να του κοπεί η όρεξη.
- Ότι πεις. Μου απαντάει στηριγμένος με το ένα χέρι στην πόρτα και συνεχίζει να με κοιτάζει με νόημα.- Εγώ μέσα θα είμαι πάντως.
Αχ, δοκιμάζεται η υπομονή μου σ’ αυτό το νησί φαίνεται. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Βγαίνω στο μπαλκόνι που κάθεται μόνο η Κατερίνα καθώς όλοι οι υπόλοιποι έχουν πάει για ύπνο.
- Πως πάει; Τη ρωτάω.
- Καλά. Δεν μου λες, θέλω να σε ρωτήσω κάτι εντελώς μεταξύ μας.
- Ναι.
- Αυτός ο Φρανσουά μήπως είναι gay;
Κοίτα που τον πήρε και το απολειφάδι χαμπάρι…
- Καλά πως σου ήρθε τέτοιο πράγμα; Κάνω όλο έκπληξη.
- Ο Χρήστος μου το ΄πε, που του το ΄πε ο Ανδρέας.
- Δηλαδή τι του είπε για να έχουμε καλό ρώτημα;
- Να ότι είναι και απ’ τα δύο, και ότι η Μαρία το ξέρει αλλά θέλει να κάνει τη μεγάλη ζωή μαζί του.
- Ααα, ώστε έτσι σου είπε ο Ανδρέας. Τι να σου πω εγώ πρώτη φορά το ακούω αυτό.
Σα δε ντρέπεται, να λέει τέτοια πράγματα πίσω από την πλάτη της κα αυτή να μην έχει ιδέα για τι πρόκειται…
- Τέλος πάντων τι μας ενδιαφέρει εμάς. Σχολιάζει τώρα πια αδιάφορη για τον γαλαζοαίματο γαμπρό.-Καληνύχτα
- Καληνύχτα...

7.8.09

Patmos..."don’t drink and drive just smoke and fly"

Η μέρα κυλά ευχάριστα δίχως άλλες εκπλήξεις. Η ζέστη είναι ανυπόφορη έξω από το νερό και με το που βγαίνεις από τη θάλασσα στεγνώνεις αμέσως. Καθώς κολυμπάμε όλοι μαζί ο Ανδρέας μου δείχνει με νόημα τα χέρια της Κατερίνας που όπως εξέχουν από το νερό οι τρίχες, κολλάνε μεταξύ τους και νομίζεις πως βλέπεις το χέρι του λυκάνθρωπου.
- Τι πάθατε εσείς ; Ρωτάει η Κατερίνα κοιτώντας μας με απορία.
- Μπα που να σκάσεις πανάθεμά σε ,του λέω μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ενώ πνίγομαι από τα γέλια… αλλά και αυτός δεν πάει πίσω. Και ενώ προσπαθούμε να συνέλθουμε γελάμε πιο πολύ και γραπώνουμε ο ένας τον άλλον για να σωθούμε. Με το ζόρι πλησιάζω το φουσκωτό να πιαστώ, αφού έχω πιει ένα κιλό νερό.
Ο Ανδρέας πιάνεται από τον ώμο μου να μη βουλιάξει και συνεχίζουμε τα νευρικά γέλια.
- Σταμάτα πια δεν μπορώ άλλο, του λέω και πάνω στην προσπάθειά μου να τον ξεφορτωθώ για να ανέβω στο φουσκωτό του δίνω μια στο καρούμπαλο..
Εγώ ανεβαίνω στη βάρκα και αυτός ακόμα γελάει και δεν μπορεί να σταματήσει, καθώς ανεβαίνει τη σκάλα της βάρκας.
- Σε καλό να μας βγούν ..ααχ ούτε η Αγγελοπούλου Δασκαλάκη τόση λυκότριχα!

- Κατερινάκι τι διαβάζεις? Ρωτάει ο Γιώργος και κάθεται δίπλα της.
- Τη ζωή της Τζάκυ Ο.
Εμ δεν σε είχα και για τίποτα καλύτερο εσένα. Τα ξέρουμε ήδη τα πρότυπά σου.
- Γιώργο μήπως έχεις τσιγάρα, γιατί ξέχασα να πάρω και μου τελείωσαν.
Γεμάτο ήταν το πακέτο αλλά η μοντέλα της κακιάς ώρας το έχει σε κακό να αγοράσει δικά της και ώσπου να πεις κύμινο εξαφανίζει τα δικά μου.
- Ναι Σάσα, έχω ένα πακέτο Marlboro δίπλα στον Άγγελο.
Ανοίγω το πακέτο και τι να δω…Μόνο ένα κανονικό τσιγάρο και τα άλλα στριφτά από τα καλά…ε βέβαια με τέτοιο σλόγκαν στον αναπτήρα έπρεπε να το είχα καταλάβει… (don’t drink and drive just smoke and fly)
- Άσε μη στο στερήσω καλύτερα, έχεις μόνο ένα.
- Όχι δεν πειράζει πάρ’ το εγώ θα κάνω από τα άλλα, μήπως θες και εσύ?
- Μπα όχι με πειράζει. Ευχαριστώ πάντως.
Και ενώ οι λοιποί καπνίζουν χόρτο ντάλα μεσημέρι και με καύσωνα (μη χειρότερα δηλαδή), ήμασταν που ήμασταν, απογίναμε…Έχω αρχίσει και εκνευρίζομαι, άσε που φοβάμαι μη μας κολλήσει και σε κανένα βράχο αυτός ο βαρεμένος. Τι ζώ η έρημη, τι ζώ….άντε να τη βγάλουμε και σήμερα.
Και αφού αρχίζουμε το φαγητό, να σου και έρχεται και ο αστακός με την μακαρονάδα του. Όλα κυλάνε φυσιολογικά, δηλαδή τρώμε όλοι εκτός από την Κατερίνα. Τρώω και ΄γω που μετά από την τρίτη μπουκιά αρχίζω και νιώθω μια περίεργη φαγούρα στο λαιμό και πρήξιμο. Ωχ μάλλον με έπιασε η αλλεργία πάλι, καλύτερα να μη φάω άλλο…τι το ‘θελα αφού το ξέρω πως με πειράζει.
Μετά από λίγη ώρα, και αφού στο μεταξύ νιώθω να έχουν πρηστεί και τα χείλια μου, αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες κοκκινίλες στα χέρια. Λες και βγάζω παιδική αρρώστια, αλλά δεν πτοούμαι, το ξέρω πως μετά από λίγη ώρα και με ένα Zirtek θα είμαι περδίκι. Για να δώ τη τσάντα μου, πάντα τα κουβαλάω μαζί μου…Α, να΄το.
- Τι έπαθες σουπιά?
- Τίποτα μια μικρή αλλεργία από τον αστακό. Πήρα το χάπι μου και σε λίγο θα είμαι εντάξει.
Η αλήθεια είναι ότι οι υπόλοιποι με κοιτάζουν με τρόμο.
- Είσαι χάλια ξέρεις. Σχολιάζει η Κατερίνα κοιτώντας με αηδία
- Σίγουρα είσαι καλά? Με ρωτάει ο Γιώργος και έρχεται δίπλα μου. Τι χάπι πήρες?
- Ζιρτεκ.
- Πάλι καλά που είχες κάτι μαζί σου. Πάμε μέσα να ρίξεις λίγο νερό. Σε λίγο θα είσαι καλύτερα.
Καθώς μπαίνω στην αυτοσχέδια εξωτερική τουαλέτα της ταβέρνας τι να δώ....Μια άλλη στον καθρέφτη. Τα χείλη μου διπλάσια μη πω και τριπλάσια, σαν κάτι τραβεστί που έχουν κάνει σιλικόνη. Η μούρη μου κατακόκκινη σαν το παντζάρι και με πιο κόκκινες βούλες στα χέρια.. Ρίχνω λίγο νερό και βγαίνοντας έξω ο Γιώργος περιμένει.
- Αισθάνεσαι καλύτερα?
- Ναι, πολύ σ’ ευχαριστώ .
Τώρα που είδα και πως είμαι…τι να σου πω. Τι γλυκούλης που είναι ,σκέφτομαι γυρνώντας στο τραπέζι.
Ο Νίκος με αγριοκοιτάζει τώρα, λες και είμαστε ακόμα ζευγάρι και έχει θυμώσει που ο Γιώργος ήρθε μαζί μου.
Να, αυτά δεν μπορώ. Για να δεις τι παλιο-χαρακτήρας είναι, με θεωρεί σαν οικόπεδο ένα πράγμα, και παρόλο που με θέλει ακόμα, δεν με διεκδικεί με ωραίο τρόπο όπως πολύ απλά θα μπορούσε να κάνει. Αλλά παρακολουθεί τις κινήσεις μου και μπαστακώνεται λες και είναι αστυνομία με το έτσι θέλω. Εγώ φταίω που δεν τον θέλω μετά? Δεν τον μπορώ άλλο αυτό τον άνθρωπο, και μόνο που τον βλέπω καταπιέζομαι.
Ευτυχώς τα μαζεύουμε για να φύγουμε σιγά-σιγά...

4.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - Μέρος 4ο

Καθώς φεύγουμε από το σπίτι η κουβέντα ξαναγυρίζει που αλλού; Στον πρίγκιπα.
- Λοιπόν δεν γίνεται να έρθει πρίγκιπας και να μην βγω εγώ μαζί του. Δηλώνει η μοντέλα που γνωρίσαμε μόλις πριν δυο ώρες.
Ο Ανδρέας με κοιτάει με νόημα από τον καθρέφτη και τα μάτια του παίρνουν πάλι την έκφραση της αλεπούς μέσα απ’ τα γυαλιά του. Πραγματικά είναι έτοιμο το σενάριο για τις διακοπές…
Φτάνοντας στο παραλιακό bar που γίνεται το beach party, η μουσική ακούγεται όλο και πιο δυνατά καθώς πλησιάζουμε, και ο δρόμος είναι κλεισμένος.
- Μάλλον θα παρκάρω εδώ και πάμε με τα πόδια, δεν προχωράει άλλο το αμάξι. Τον έχουν κλείσει τον δρόμο.
- Α, κανένα πρόβλημα. Εγώ το έχω πιάσει το νόημα του νησιού. Αθλοπαιδείες και Άγιος Ο Θεός…Συμπληρώνει ο Ανδρέας.
Κατηφορίζοντας το δρόμο προς την παραλία, η θάλασσα είναι λάδι και φαίνεται σαν καθρέφτης που αντανακλά το τεράστιο φεγγάρι. Η παραλία είναι γεμάτη κόσμο σε ξαπλώστρες που ρεμβάζει την αυγουστιάτικη θέα της πανσελήνου. Καθώς πλησιάζουμε προς το μπαρ πυκνώνει ο κόσμος.
- Νάτος ο δικός σου. Μου κάνει νόημα σκουντώντας με ο Ανδρέας. Έχει πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα και σε περιμένει.
- Ανδρέα είναι και ο Κοντοκώστας εδώ. Λέει ο Χρήστος δείχνοντας τον ακατονόμαστο. (Βλέπεις είναι γνωστό καμάρι της Αθήνας)
- Ναι Χρήστο μου, αν δεις καράβι στο βουνό….
Τον αγριοκοιτάζω και του πατάω μια στο πόδι για να σκάσει.
- Σιγά με ξέρανες.
- Τι είπες Ανδρέα; Ρωτάει ο Χρήστος.
- Τίποτα. Τον είδα λέω, τον είδα.
Εντωμεταξύ η Κατερίνα έχει βρει κάτι γνωστούς και έχει πιάσει την κουβέντα.
Καθόμαστε στο μπαρ και ο Ανδρέας μου ξανακάνει νόημα γιατί ο ακατονόμαστος έχει γυρίσει πλάτη την καρέκλα προς το τραπέζι του, και με κοιτάζει με ύφος. Εγώ γυρνάω την πλάτη μου και ξύνω τον πισινό μου.
- Ξέρεις Ανδρέα, η Εβελίνα (η σταρ Ελλάς που τον παράτησε και τώρα βγαίνει με τον φίλο του που τυχαίνει να είναι ξάδερφος του ακατονόμαστου, μικρός που είναι ο κόσμος...) πήγε να πασάρει την Κατερίνα σ’ αυτόν τον Κοντοκώστα αλλά δεν την ήθελε. Λέει πληροφοριακά ο Χρήστος στον Ανδρέα.
- Για πες μας κι άλλα. Ψοφάω για τέτοια το ξέρεις.
- Του την είχε πάει σε ένα πάρτι του για να την γνωρίσει και δεν έκανε τίποτα. Δεν του άρεσε.
- Α ναι, την θυμάμαι. Θυμάσαι Σάσα που με είχες πάρει μαζί σου στο αποκριάτικο πάρτι του;
- Ναι κάτι θυμάμαι τώρα που το λες . Και έλεγα που το έχω ξαναδεί αυτό το απολειφάδι…Δεν βρίσκει και αυτός μια από δαύτες να μ’ αφήσει και μένα στην ησυχία μου.
Και πάνω στην ώρα έρχεται ….
- Καλησπέρα. Λέει και γυρνάει προς το μπαρ. Μια βότκα λεμόνι παρακαλώ. -Πώς πάει Σάσα;
- Καλά εσύ.
- Καλά, απαντάει και βγάζει τη γλώσσα του έξω σαν κάτι γέρους. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το έκανε αυτό. Κάποτε θυμάμαι όταν ήμουν 17 το έβρισκα χαριτωμένο. Ήταν γιατί δεν τον ήξερα καλά ακόμα. Τώρα μου ‘ρχεται να ξεράσω. Δεν αντέχω άλλο και ξεσπάω.
- Τι θα γίνει ρε Νικολάκη; Ακόμα τα ίδια; Τι καταλαβαίνεις μ’ αυτά που κάνεις μου λες; Δεν βαρέθηκες ακόμα την παρακολούθηση;
- Είσαι τρελή. Νομίζεις ότι σε παρακολουθώ; Για παρανοϊκό μ’ έχεις περάσει;
- Δεν σκοπεύω να τσακωθώ μαζί σου, ούτε να σε προσβάλω θέλω. Απλά με έχει κουράσει αυτό το πράγμα και με καταπιέζει ψυχολογικά. Δεν θέλεις να μιλήσουμε σαν άνθρωποι μια φορά;
Παίρνει τη βότκα του από το μπαρ και μου λέει σε ύφος μεταξύ αστείου και σοβαρού:
- Θα σε καθαρίσω σουπιά . Που θα μου πας; Και ξαναβγάζει έξω τη γλώσσα του.
Παναγία μου, πως έβρισκα κάποτε αυτό το τέρας χαριτωμένο;
- Γιατί να με καθαρίσεις; Πλύθηκα σήμερα. Απαντάω κάνοντας τη χαζή και φεύγω με ελαφρά πηδηματάκια. Αφού κουβέντα με τρελό δεν μπορώ να κάνω, γιατί να συγχύζομαι άδικα; Ας συγχυστεί αυτός καλύτερα. Μα που πήγαν οι άλλοι; Δεν βλέπω κανέναν. Α, νάτοι, έχουν καθίσει σε ένα τραπέζι με κάτι τουρίστριες.
- Tι έγινε; Με ρωτάει ο Ανδρέας.
- Άσε με να χαρείς και ‘συ.
- Αγάπη μου το πεπρωμένο σου είναι και δεν το έχεις καταλάβει ακόμα. Σαν τη Σου-Ελεν στο Ντάλλας. Πάρ’το απόφαση επιτέλους. Αχ αυτή την καημένη τη μάνα σου σκέφτομαι που δεν τον θέλει…Τι χαρά έχεις να πάρεις καημένη μάνα…Σιγο μουρμουρίζει και καθώς χτυπά δυνατά τα χέρια του παλαμάκια, του κόβεται η χαρά απότομα, όταν σηκώνοντας το κεφάλι του, βλέπει τον Νίκο από πάνω του να τον αγριοκοιτάζει.
- Κάθισε αν θέλεις. Του λέει δειλά αλλά δεν παίρνει καμιά απάντηση.
- Κατάλαβες τώρα γιατί δεν είναι το πεπρωμένο μου Ανδρίκο;
- Κατάλαβα, κατάλαβα. Πα, πα, πα, αυτός είναι σκέτος βελζεβούλ. Τα κέρατα και η ουρά του λείπουν. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Τι μάτι είναι αυτό που έχει. Θολό και τρελό συνάμα… Πολύ κακιά ενέργεια. Δίκιο έχεις….
Το κέφι αρχίζει να ανεβαίνει. Χορός στην παραλία και στο ξύλινο πάτωμα του μπαρ, που σείεται ολόκληρο. Ο Ανδρέας με τον Χρήστο παίρνουν μια μεγάλη κανάτα γεμάτη καρπούζι και κερνάνε συνεχώς κάτι Ιταλίδες που χορεύουν ξυπόλυτες.
- Τι κάνεις Σάσα;
- Γειά σου Γιώργο. Καλά είμαι. Εσύ;
- Καλά. Πρώτη χρονιά έρχεσαι στην Πάτμο;
- Όχι. Είχα έρθει και πέρυσι.
- Με ποιους είσαι εδώ;
- Με τον Ανδρέα, τον Χρήστο και τη φίλη του.
- Καλά είσαστε στο ίδιο σπίτι με τον Χρήστο και την Κατερίνα;
- Ναι. Τους ξέρεις;
- Με τον Χρήστο ήμασταν συγκάτοικοι 6 μήνες στην Αμερική.
Μικρός που είναι ο κόσμος…σαν χωριό είναι η Αθήνα...

1.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - Μέρος 3ο

Η ώρα έχει περάσει και εμείς περιμένουμε καθώς το πλοίο κάνει μανούβρες στο λιμάνι. Σε λίγο αρχίζουν να κατεβαίνουν οι πρώτοι επιβάτες.
Ο Ανδρέας κουνάει το χέρι του, ή καλύτερα να πώ κουνιέται ολόκληρος καθώς χαιρετάει κάποιους που επίσης τον χαιρετάνε μέσα από ένα τζιπ που σέρνει ένα φουσκωτό.
Αφού βγαίνει από την προβλήτα το τζιπ, σταματάει λίγο πιο μπροστά από μας και κατεβαίνει ο φίλος του Ανδρέα από την θέση του συνοδηγού. Ο φίλος του είναι μετρίου αναστήματος, αρκετά μελαψός και συμπαθής από μακριά, αλλά καθώς τον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας, κάτι ασυνάρτητο και ατσούμπαλο έχουν οι κινήσεις του. Τώρα που τον βλέπω καλύτερα καταλαβαίνω μάλλον τι φταίει. Οι παντόφλες που φοράει πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα με δύο νούμερα μεγαλύτερες!
- Τί γίνεται; Αγκαλιές, φιλιά
- Σας περιμέναμε ώρα. Από δώ η Σάσα και ο Χρήστος.
- Χάρηκα.
- Καλά ποιός οδηγεί το αυτοκίνητο;
- Ανδρέα έχω φέρει έναν οδηγό γιατί δεν μπορούσα να φέρω το φουσκωτό μόνος μου από την Αθήνα. Θα το ρίξει στη θάλασσα και θα φύγει με το επόμενο πλοίο πίσω για Αθήνα.
Μη χειρότερα, βέβαια με τέτοιες παντόφλες που φοράς όχι φουσκωτό ούτε ποδήλατο…βάλε και κατάλαβε τι έχει να γίνει από δω και μπρος.
- Και δε μου λες Χρηστάκη καλή η φίλη σου; Γιατί δεν κατεβαίνει από το αυτοκίνητο;
- Έχει ζαλιστεί από το καράβι. Κατερίνααααα, κατέβα να μιλήσεις στα παιδιά
Η Κατερίνα που δεν φαίνεται καθώς όλο της το πρόσωπο είναι ζωσμένο με μια μπαντάνα ανοίγει την πόρτα και όλο χάρη έρχεται προς το μέρος μας. Είναι πολύ αδύνατη, μελαχρινή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο εκτός από τα μάτια της που φαίνονται μεγαλύτερα λόγο της αδυναμίας. Καθώς πλησιάζει για να χαιρετήσει, το μάτι μου πέφτει στα χέρια της που είναι ολίγον χνουδωτά. Την ίδια έκπληξη διέκρινα και στο βλέμμα του Ανδρέα που το μάτι του καρφώθηκε στη λυκότριχα.
- Γειά σας
- Η Σάσα και ο Ανδρέας. Η Κατερίνα.
Αφού έγιναν οι συστάσεις πάω εγώ με το υποτιθέμενο μοντέλο στο σπίτι και οι λοιποί να ρίξουν το φουσκωτό στη θάλασσα.
Φτάνοντας στο σπίτι χτυπάει το κινητό μου και μόλις απαντάω μου το κλείνουν.
Αρχίσαμε πάλι! Είναι η ώρα του ακατονόμαστου, θα ετοιμάζονται στο σκάφος για να βγούνε και με θυμήθηκε.
- Εγώ που θα κοιμηθώ; Ρωτάει το μοντέλο.
- Κοίταξε υποθέτω ότι στη μια κρεβατοκάμαρα θα μείνετε εσύ και ο Χρήστος..
- Α,όχι εγώ δεν πρόκειται να κοιμηθώ με τον Χρήστο, δεν είμαστε ζευγάρι ξέρεις.
- Τότε τι να σου πω… Εγώ μέχρι σήμερα κοιμόμουν κάτω. Κάτσε να έρθουν και οι υπόλοιποι και βλέπουμε. Αν θες μπες για μπάνιο να είσαι έτοιμη όταν φθάσουν.
- Α, μπα, δεν χρειάζεται θα αλλάξω μόνο για το βράδυ.
Σε λίγο φθάνουν και οι υπόλοιποι μαζί με τον άμοιρο οδηγό που βιάζεται σαν Βέγγος για να προλάβει να κάνει μπάνιο και να ξαναφύγει.
Ο Ανδρέας στο μεταξύ που από το πρωί μέχρι το βράδυ μουρμούραγε ότι αυτό δεν ήταν σπίτι για διακοπές αλλά κολαστήριο, άρχισε να το διαφημίζει σαν μεσίτης…Γιατί άραγε;
- Πώς σου φαίνεται Χρήστο; Έλα στη βεράντα να δείς θέα.
- Αα, καταπληκτικό. Αποκρίνεται ο Χρήστος. Έχω φέρει και κιάλια, έτσι θα βλέπουμε όλα τα σκάφη. Πάνω έχει βεράντα; Ρωτάει μπαίνοντας για να ανέβει στο πάνω πάτωμα και οι υπόλοιποι τον ακολουθούμε.
- Εγώ που θα κοιμηθώ ; Ρωτάει η miss universe.
- Με τον Ανδρέα . Της λέει ο Χρήστος και κλείνει το μάτι.
- Κόψε τις βλακείες και λέγε.
- Ο Χρήστος θα πάρει την κάτω κρεβατοκάμαρα και ΄γω την πάνω. Υποδεικνύει ο σκηνοθέτης Ανδρέας. Εσύ με τη Σάσα θα κοιμηθείτε στα δύο κρεβάτια του πάνω πατώματος μέχρι να έρθει ο Φρανσουά με την Μαρία.
- Πωπω τι ζέστη είναι αυτή εδώ πάνω, δεν έχει κλιματισμό; Λέει ο Χρήστος τραβώντας τη μπλούζα του, και καθώς πάει να προχωρήσει προς το παράθυρο μπερδεύεται μέσα στις τεράστιες DKNY παντόφλες του και παραπατάει. (Μα τι στο καλό σε προσφορά τις πήρε; Αυτές χωρίς υπερβολή είναι τουλάχιστον 2 νούμερα μεγαλύτερες)
- Αυτή την κρεβατοκάμαρα θα την πάρει ο πρίγκιπας με την αρραβωνιαστικιά του. Πετάγεται ο Ανδρέας. (Πρόλαβε και το ΄σωσε το κατσάδιασμα η αλεπού. )
- Πρίγκιπας; Ποιος ο Νικόλαος; Ρωτάει η Κατερίνα που άστραψε το μάτι της.
- Ποίος πρίγκιπας Ανδρέα;
Τσίμπησε και το άλλο ψάρι. Εγώ γελάω κάτω από τα μουστάκια μου και ο Ανδρέας μου ρίχνει κοφτές ματιές γιατί φοβάται μη του χαλάσω το σχέδιο.
- Ο φίλος μου ο Φρανσουά. Είναι γόνος βασιλικής οικογένειας, 5ος στη σειρά διαδοχής του θρόνου του Βελγίου.
(Καλά από πότε έχει βασιλιά το Βέλγιο και δεν το ΄ξερα;μπορεί και να ΄χει για να το λέει ο Ανδρέας)
- Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα; Ρωτάει ο Χρήστος. που ξέχασε το air condition.
- E, στο λέω τώρα!
Εύκολο να πιστέψουν τον Ανδρέα γιατί έχει πολλές γνωριμίες και μερικές από το διεθνή jet set λόγο Κέρκυρας που είχε μεγαλώσει εκεί τα καλοκαίρια όταν το νησί ήταν στα καλύτερά του…
- Και πότε έρχονται τα παιδιά;
- Μεθαύριο.
- Ωραίος ο πρίγκιπας; Ρωτάει η Κατερίνα.
- Όχι επειδή είναι φίλος μου αλλά είναι όμορφος…
Στο μεταξύ ο Χρήστος φούντωσε από τη ζέστη και ξαναθυμήθηκε το air-condition.
- Καλά αυτός το ξέρει ότι εδώ δεν έχει κλιματισμό;
- Ααα αυτοί είναι απλοί άνθρωποι (εννοώντας τους γαλαζοαίματους) Θέλει να ξεκουραστεί εδώ το παιδί και να χαλαρώσει.
- Τώρα που το λες έτσι, είναι ωραίες οι διακοπές…
(Βρε τι σου είναι αυτό το παιδί ξουράφι! Σου λέει κοτζάμ πρίγκιπας θα μείνει μαζί μας, εγώ θα παραπονεθώ για τη ζέστη;)
- Τι θα κάνουμε τελικά σήμερα; Θα πάμε για κανένα ποτό ή θέλετε να αράξουμε στη βεράντα; Ρωτάω εγώ.
- Ποια βεράντα καλέ. Εγώ είμαι σχεδόν έτοιμη. Απαντάει η κυρία μοντέλο.
- Ναι, ναι. Κάνω και ‘γω ένα ντους και φύγαμε.
Καθόμαστε στη βεράντα ενώ ο Χρήστος κάνει μπάνιο και χτυπάει το τηλέφωνό μου.
- Ναι.
Σιγή και κλείνει η γραμμή.
- Ο παρανοϊκός είναι πάλι; Κοιτάει το ρολόι του
ο Ανδρέας και συνεχίζει. Αργήσαμε βλέπεις
να βγούμε και ανησύχησε…
- Πράγματι είναι η ώρα του.
- Ωχ τι σε περιμένει πάλι κακομοίρα μου. Θα γελάσουμε..
Και αρχίζει να σιγοτραγουδάει καθώς μπαίνει μέσα για να βάλει πουκάμισο.
Η μοντέλα βρίσκει ευκαιρία να μου το παίξει ψαγμένη και αρχίζει …
- Εμείς, δηλαδή η οικογένειά μου έχουμε ένα νησί απέναντι, τους Αρκιούς και εγώ κάνω διακοπές μόνο εκεί γιατί δεν μου αρέσει η Πάτμος.
- Αλήθεια; Εγώ νόμιζα πως δεν έχει ούτε ρεύμα απέναντι παρά μόνο μια ψαροταβέρνα με γεννήτριες.
- Ε, ναι δεν έχει ρεύμα αλλά έχουμε ένα σπίτι εκεί.
- Και είναι δικό σας το νησί;
- Ε, ναι έχουμε κάτι πλαγιές.
(Κατάλαβα το νησί έγινε πλαγιές, οι πλαγιές χωράφια και η ιστορία συνεχίζεται..)
- Και πως και ήρθες στην Πάτμο φέτος;
- Ε, μιας και ο Χρήστος ήρθε εδώ, είπα να του κάνω παρέα.
- Μάλιστα.
Αν το καλοσκεφτείς πώς να πηγαινοερχότανε από απέναντι στη Πάτμο; Γι’ αυτό δεν της άρεσε το νησί και προτιμούσε τα αγριοπρόβατα απέναντι…. Αρχίζει να βγαίνει νόημα.
- Να σε ρωτήσω Σάσα, εσύ τον ξέρεις τον πρίγκιπα;
- Ναι και τη fiancé του ξέρω.
- Καλά αυτό δεν μας νοιάζει.
(Κοίτα θράσος το απολειφάδι!)
- Λοιπόν εμένα η γιαγιά μου που ήξερε και έλεγε τον καφέ μου είχε πεί ότι ο άντρας που θα παντρευτώ θα είναι αριστοκράτης και θα έχει πολλά χρήματα.
- Τι λές; Αλήθεια; (Aπό πόσες γυναίκες έχεις να φας ξύλο σου είπε η γιαγιά σου;)
- Έτοιμος. Πετάγεται ο Χρήστος.
Αμάν τι εμφάνιση είναι αυτή καλοκαιριάτικα! Καλογυαλισμένα κροκοδειλέ παπούτσια και ασορτί ζώνη. Μη χειρότερα….

27.7.09

ΠΑΤΜΟΣ - Μέρος 2ο

Ημέρα 2η...
Το μάτι μου ανοίγει από κάτι βογκητά αχ και βαχ που με ξυπνάνε. Τι ώρα να ΄ναι; Κοιτάω το ρολόι μου. Έντεκα παρά τέταρτο. Γυρνάω από την άλλη μπας και κοιμηθώ λίγο ακόμα. Ο Ανδρέας ανοίγει την πόρτα και μου λέει:
- Σήκω. Aκόμα κοιμάσαι;
- Εσύ βογκάς έτσι; Τι έπαθες; Απαντάω καθώς τεντώνομαι στο κρεβάτι.
- Έχω ξυπνήσει από τις εννιάμισυ από τη ζέστη. Αυγό τηγανίζεις επάνω. Καίει ο τόπος. Σήκω να πάμε να φάμε πρωινό και να ψωνίσουμε. Ούτε νερό να πιούμε δεν έχει εδώ.
- Καλά, καλά, τώρα σηκώνομαι.
Ακόμη δεν έχει ανοίξει καλά - καλά το μάτι μου και ο Ανδρέας φωνάζει όλο αχ και βαχ καθώς πάμε για πρωινό στον Αρίωνα. Καθόμαστε και παραγγέλνουμε δύο ομελέτες με κρουασάν και καφέ. Έχουν περάσει δέκα λεπτά και τίποτα ακόμα.
- Βλέπω το νησί πετάει και από service. Πέστο και έγινε. Ούτε η εκπομπή της Τζοβάνας Φραγκούλη. Δεν προλαβαίνεις να το σκεφτείς και η επιθυμία σου πραγματοποιείται….. Πάω να πάρω καμιά εφημερίδα.
Η αλήθεια είναι πως το νησί δεν έχει μεγάλη υποδομή για τόσο κόσμο που μαζεύεται τον Αύγουστο, και θέλει λίγη υπομονή.
Μετά από λίγο έρχεται το πρωινό, έρχεται και ο Ανδρέας. Μου ΄ρχεται να σκάσω στα γέλια καθώς είναι σαν καρικατούρα όταν εκνευρίζεται, και μ΄αυτό το παρεό που φοράει…
- Και βεβαίως βεβαίως, στο νησί των ανέσεων, θα διαβάζουμε τα χθεσινά νέα γιατί ο περιπτεράς είπε πως εδώ δεν βιάζεται κανείς και οι σημερινές εφημερίδες έρχονται πάντα την επόμενη. Άντε δεκαεννιά μέρες και σήμερα!
- Πού θές να πάμε για μπάνιο; Αλλάζω συζήτηση.
- Τι με ρωτάς . Εσύ ξέρεις. Μου λέει και αρχίζει να τρώει λαίμαργα την ομελέτα του.
- Θέλεις κάπου που να έχει και μπαρ ή σε πιο χαλαρή;
- Πάμε όπου να ΄ναι.
- Καλά. Πάμε στον Κάμπο να παίξουμε και τάβλι.
Η παραλία του Κάμπου μαζεύει πάντα τον περισσότερο κόσμο μιας και έχει δυο μπαράκια με μουσική και θαλάσσια σπορ. Καθίσαμε στο πρώτο, και αφού παραγγείλαμε καφέ, αρχίσαμε να παίζουμε τάβλι. Χτυπάει το τηλέφωνο του Ανδρέα.
- Έλα, τι κάνεις; Παύση. –Ναι καλά είναι εδώ ,έχει αρκετό κόσμο. Εσείς τι ώρα φτάνεται; O.κ το απόγευμα θα σας περιμένω.
- Έρχεται ο Χρήστος με μια φίλη του μοντέλο μαζί. Κουβαλάνε και το φουσκωτό.
Αυτός ο φίλος του ο Χρήστος, είναι τριάντα χρονών. Άχρηστος και αυτός και με πολλές προσπάθειες απεξάρτησης απ΄την κοκαϊνη που κατά τα λεγόμενα του Ανδρέα υποτίθεται πως έχει αναλάβει τις επιχειρήσεις της μητέρας του και έχει σοβαρευτεί πια. Αυτόν το φίλο του τον είχα δει μερικές φορές. Έβγαινε με μια Νίνα που μετά έγινε σταρ Ελλάς και αφού τον ξεψύλλισε για τα καλά τον παράτησε. Μετά αυτός βρήκε μία άλλη την Εβελίνα, που κι αυτή έβαλε υποψηφιότητα και βγήκε σταρ Ελλάς, και με την σειρά της τον ξεψύλλισε και τον άφησε. Μόνο που η δεύτερη τα έφτιαξε με έναν απ΄τους κολλητούς του φίλους με περισσότερα χρήματα απ΄αυτόν. Και τώρα εμφανίζονται μαζί χαρούμενο ζευγάρι στα περιοδικά. Φαίνεται πως τις πάει γούρι και όποια βγαίνει μαζί του γίνεται και σταρ Ελλάς μετά. Τι να πεις…Αρχίζουμε το τάβλι και η ώρα κυλάει ευχάριστα. Είμαστε στην τρίτη παρτίδα όταν…
- Μη γυρίσεις απ΄την άλλη. Μου λέει ο Ανδρέας κοιτώντας με γουρλωμένα μάτια προς τη θάλασσα.
- Τι έγινε;
- Μη γυρίσεις. Κάνε πως ρίχνεις τα ζάρια. Συνεχίζει πιο τσιριχτά τώρα.
Δεν αντέχω, γυρνάω προς τη θάλασσα και τι να δω; Ο Νίκος βγαίνει περπατώντας μέσα από το νερό κρατώντας ένα κουτί στο κεφάλι του για να μην βραχεί αφού κατέβηκε από ένα φουσκωτό λίγο πιο μέσα. Αμάν τι μαλτεκούτο είναι αυτό που με βρήκε πάλι…. Με πιάνει το στομάχι μου και το κεφάλι μου συγχρόνως.
- Ανδρέα πάμε να φύγουμε.
- Όχι θα το καταλάβει αν φύγουμε τώρα. Ααχ και έχει κακή ενέργεια αυτός. Με ματιάζει κάθε φορά που με βλέπει και με πιάνει το κεφάλι μου. Λέει ο Ανδρέας καθώς δεν μπορεί να βολευτεί στην καρέκλα του πια .
- Τι γίνεται; Ακούω μια φωνή πίσω μου. Γυρνάω ατάραχη..
- Πως από ΄δω Νικολάκη;
- Διακοπές… Τι κάνεις; Ρωτάει τον Ανδρέα.
- Καλά εσύ;
- Μια χαρά. Απαντάει και βγάζει από την πλαστική σακούλα ένα σκάκι.
Αφού παραγγέλνει καφέ, έρχεται και ο φίλος του ο Ντένης, μας χαιρετάει και κάθεται μαζί του.
- Θα παίξουμε σκάκι. Λέει ο Νίκος στον Ντένυ.
- Όχι τώρα ρε Νίκο, εγώ πεινάω.
- Είπα τώρα αλλιώς θα μείνεις νηστικός.
- Καλά τώρα!
Εμείς κάνουμε ότι παίζουμε τάβλι, ενώ έχουμε μπερδέψει τα αυγά με τα καλάθια και ο Ανδρέας μου κάνει νόημα σηκώνοντας τα φρύδια του σα να λέει Τι ναι τούτος εδώ?
- Δεν πάμε σιγά-σιγά για μπάνιο; Μου λέει ο Ανδρέας τεντώνοντας δήθεν νωχελικά τα χέρια του. Βαρέθηκα.
- Θα φύγετε; Ρωτάει ο Ντένης.
- Ναι θα πάμε για μπάνιο. Γειά σας. Μάλλον θα τα πούμε το βράδυ. Λέω όλο ευγένεια και φεύγουμε.
Κάθε φορά που ξεφυτρώνει εμπρός μου φάντης μπαστούνι, παριστάνω ότι δεν συμβαίνει τίποτα και στρίβω με ελαφρά πηδηματάκια.
Καθώς αλλάξανε τα σχέδια, πάμε τελικά στην Πέτρα για μπάνιο, μια ήσυχη παραλία που πήγαμε και χθες.
- Ααχ, αν δεις καράβι στο βουνό….. ξέρεις τι το ‘χει σύρει…. Κάνει ο Ανδρέας με νόημα. Ωραίο σκάφος έχει πάντως…
Το μπάνιο κύλησε χωρίς ευτράπελα με τον Ανδρέα να μονολογεί πως τα λεφτά δεν ξέρουνε που πάνε και αν τα είχε αυτός τι θα τα ‘κανε κλπ, κλπ.
Το απόγευμα πήγαμε να φάμε στον Μπενέτο, από τα λίγα μαγαζιά στην Πάτμο με gourmet κουζίνα, που για να πας εκεί θα πρέπει να έχεις κλείσει τραπέζι τουλάχιστον δύο μέρες νωρίτερα.
Αφού του έκανα το τραπέζι, και το φαγητό τον ευχαρίστησε πολύ, ήπιε κανά δυό ποτηράκια παραπάνω και ήρθε σε ευφορία.
- Λοιπόν μ’ αυτόν που θα ΄ρθει σήμερα θα ρίξουμε πολύ γέλιο. Μιάς και το έργο βγαίνει δύσκολα σ΄αυτό το νησί, άκου τι σενάριο ετοιμάζω.
Αυτός έρχεται με μια φίλη του μοντέλο, που έχει σπίτι στους Αρκιούς, αυτό το μικρό νησάκι απέναντι, αλλά θα μείνει μαζί μας. Και επειδή είναι ψώνια και οι δύο, θα τους πούμε για το άλλο ζευγάρι που θα έρθει, τον Φρανσουά με τη Μαρία, ότι ο Φρανσουά είναι πρίγκιπας πέμπτος στη σειρά διαδοχής του θρόνου του Βελγίου. Κάτσε να πάρω τηλέφωνο και τον Φρανσουά να τον ειδοποιήσω..
Αφού συνεννοείται στο τηλέφωνο με τον Φρανσουά που στην πραγματικότητα είναι γιος του Γάλλου πρέσβη, και το όλο του παρουσιαστικό και οι τρόποι ταιριάζουν άνετα σε πρίγκιπα, κλείνει το τηλέφωνο όλο ευχαρίστηση.
Κάτι τέτοια σκηνικά σκαρώνει ο Ανδρέας και γίνεται το έλα να δείς…
Στο σπίτι ετοιμαζόμαστε, αφού σε λίγο φθάνουν στο λιμάνι οι πρώτοι συγκάτοικοι. Ο Ανδρέας ακούγεται από το επάνω μπάνιο να τραγουδάει, όταν ξαφνικά φωνάζει πως τον χτύπησε πάλι το ρεύμα.
- Τόσα ηλεκτροσόκ ούτε στο δρομοκαϊτειο πια.. Θα τα ακούσει αυτός ο βλάχος.
Πάνω στην ώρα χτυπάει η πόρτα, και είναι το ζευγάρι που μας νοικιάζει το σπίτι με το μικρό τους κοριτσάκι.
- Άσε άσε,ανοίγω εγώ. Λέει ο Ανδρέας μες στη φούρια.
- Γειά σας . Ήρθαμε να δούμε αν χρειάζεστε τίποτα. Λέει η γυναίκα του που μοιάζει με πονηρή αλεπού.
Ο Ανδρέας στέκεται στην πόρτα, ενώ αυτοί θέλουν να περάσουν μέσα.
- Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με το νερό στο μπάνιο. Μας τινάζει συνεχώς το ρεύμα. Τι θα γίνει; Λέει ο Ανδρέας.
- Αποκλείεται, αυτό πρώτη φορά το ακούω.
- Τι αποκλείεται λες να σου κάνουμε πλάκα; Πως θα τη βγάλουμε; Εδώ σκάει ο τζίτζικας και όταν πάμε να δροσιστούμε μας τινάζει το ρεύμα.
- Θα δούμε τι θα γίνει. …. Να μας βάλετε τα υπόλοιπα χρήματα στην τράπεζα και να μας φέρετε την απόδειξη. Αλλάζει κουβέντα η γυναίκα του.
Ο Ανδρέας έχει αρχίζει και εκνευρίζεται, τους λέει ότι βιάζεται να ετοιμαστεί και τους κλείνει την πόρτα στη μούρη.
- Τι μπουρτζόβλαχοι είναι αυτοί. Ακούς εκεί…Λες και θα φύγουμε χωρίς να πληρώσουμε…. Αα, και κάτι άλλο να μην ξεχάσω. Μην αναφέρεις τίποτα στον Χρήστο για το πόσο μας χρεώνουν το σπίτι. Θα του πώ ότι κάνει πιο ακριβά. Δεν φθάνει που του κανόνισα και διακοπές, ας πληρώσει και τίποτα παραπάνω. Εντάξει;
- Εγώ δεν ανακατεύομαι μ’ αυτά, και το πολύ πολύ, θα πώ ότι δεν ξέρω. Κάνε ότι θες.

Ωχ, καλά αρχίσαμε… Να δω τι μπέρδεμα έχει να γίνει.. Τι με νοιάζει εμένα, ας κάνει ότι θέλει...

21.7.09

ΠΑΤΜΟΣ...

Ημέρα πρώτη...
Είναι ξημερώματα Πέμπτης προς Παρασκευή, και ένα ταξί πηγαίνει προς το αεροδρόμιο μέσω της Αττικής Οδού φορτωμένο βαλίτσες και δύο επιβαίνοντες. Ο οδηγός ακούει ελαφρολαϊκά και τραγουδάει ξεφυσώντας καπνό. Μας ξεφορτώνει στο αεροδρόμιο και φεύγει. Κατεβαίνουμε και σέρνοντας τις βαλίτσες μας μπαίνουμε στην αίθουσα του αεροδρομίου.
- Θα πιούμε καφέ; Ρωτάει ο Ανδρέας.
- Τώρα του απαντάω.
Ο Ανδρέας είναι 30 χρονών αν και μοιάζει με πιτσιρίκο. Αρκετά θηλυπρεπής, που όμως ποτέ του δεν παραδέχτηκε ότι του αρέσουν οι άντρες.
Κάνει πάντα παρέα με γυναίκες, μιας και είναι ευχάριστος και αρκετά δημοφιλής. Πολύ έξυπνος και με μεγάλη αίσθηση του χιούμορ.
Τεμπέλης από γεννησιμιού του, ποτέ του δεν τελειώνει ότι αρχίζει. Μέχρι και στο πανεπιστήμιο της Αθήνας πέρασε στη φιλοσοφική και το άφησε στη μέση.
Συνήθως όμως περνάει πολύ καλά, μιας και οι γονείς του τον καλο-συντηρούν παρότι δεν πηγαίνει στη δουλειά τους, καθότι μοναχοπαίδι και του έχουν αδυναμία . Ο ίδιος πάντα βρίσκει «θύματα» με παχουλό πορτοφόλι, και οργανώνοντας την παρέα, καταφέρνει όχι μόνο να μην πληρώνει ποτέ τίποτα, αλλά να βγάζει και το κατιτί του.
Πάντα συχνάζει στα καλύτερα μέρη, στα καλύτερα τραπέζια, και φροντίζει να βρίσκεται στα πιο κοσμικά πάρτυ είναι δεν είναι καλεσμένος! Μόνο φέτος που τόσα του έχω πει για αυτό το νησί που είναι τόσο cool και δεν το έχει μάθει η μάζα ακόμα, τον έπεισα να κανονίσουμε διακοπές στην Πάτμο.
Έτσι λοιπόν ο αγαπητός Ανδρέας άφησε κατά μέρος την αγαπημένη του Κέρκυρα και τα 5άστερα ξενοδοχεία και έκλεισε σπίτι για 6 άτομα στην Πάτμο.
Η παρέα που έχει κανονίσει να μείνει στο σπίτι δεν γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας και δεν θα έρθουν όλοι μαζί.
Ο δεύτερος λόγος που κανόνισε ο Ανδρέας αυτές τις διακοπές είναι γιατί η μητέρα του που έχει καταλάβει ότι ο γιος της κουνάει την αχλαδιά, προσπαθεί να τον κουκουλώσει και τον έχει δασκαλέψει να με πλευρίσει……. Σώθηκε! Φίλη με τον Ανδρέα εδώ και 5 χρόνια, λες και δεν ξέρω τι ρόλο βαράει. Τέλος πάντων μάνα είναι και αυτή…. Καθότι είμαι τύπος έξω καρδιά, μου αρέσει να κάνω παρέα με τον Ανδρέα γιατί γελάω πολύ μαζί του.
Επίσης με βοήθησε πολύ όταν ο πρώην φίλος μου, μου έκανε τη ζωή δύσκολη, καθώς με έπαιρνε έξω με τις παρέες του και περνούσαμε πολύ ωραία.
Ο πρώην φίλος μου λέγεται Νίκος και είναι ένας εγωιστής και μανιοκαταθλιπτικός (με τη βούλα του γιατρού), γόνος πάμπλουτης οικογενείας που έχει πάθει εμμονή μαζί μου. Οχι επειδή μ’ αγαπάει, αλλά επειδή είμαι η μοναδική γυναίκα στην ζωή του που τον απέρριψε. Παθιασμένος λοιπόν ο Νίκος που όλες οι νύφες της Αθήνας τον θέλουν για γαμπρό και τα περιοδικά τον κατατάσσουν στους 5 καλύτερους εργένηδες ως νούμερο τρία παρακαλώ( που να ‘ ξεραν..), παρακολουθεί όλα τα τηλέφωνα μου (κινητά και σταθερά) για να έρχεται από πίσω μου όπου πηγαίνω και να με συγχύζει. Πολλές φορές βέβαια ο ίδιος συγχύζεται περισσότερο με αυτά που ακούει στο τηλέφωνο, αλλά ποιος του φταίει;
- Τι ώρα είναι; Ρωτάει ο Ανδρέας ρουφώντας με το καλαμάκι τον καφέ του.
- Πέντε και τέταρτο. Σε πέντε πάμε στην αίθουσα αναμονής.
Η διαδρομή έχει ως εξής: αεροπορικώς μέχρι την Κώ και από κει δελφίνι αφού η Πάτμος δεν έχει αεροδρόμιο.
Όλα κυλάνε καλά. Φτάνουμε στην Κώ όπου έχει κιόλας ξημερώσει και σέρνουμε τα μπαγκάζια, ουκ ολίγα, μιας και θα μείνουμε αρκετές ημέρες. Τσακώνουμε ένα ταξί για το λιμάνι και η ώρα είναι ήδη εφτά παρά τέταρτο.
- Καλέ κύριε μπορούμε να πάμε λίγο πιο γρήγορα; Εφτά και τέταρτο φεύγει το δελφίνι για την Πάτμο.
-Λες να μην προλάβουμε; Λέει ο Ανδρέας όλο ανησυχία.
-Μη σας νοιάζει θα σας πάω πετώντας.
Δεν προλαβαίνει να το πεί, ακούγεται ένας θόρυβος ,και το τιμόνι αρχίζει να ξεφεύγει.
-Τι έγινε; Ρωτάω.
-Λάστιχο.
- Αμάν. Ναααάτα αρχίσαμε. Λέει ο Ανδρέας και χτυπάει τα χέρια του παλαμάκια. Αυτός ο δικός σου μας κάνει βουντού…Το’χω δει εγώ το έργο.
Ο Ανδρέας τα λέει αυτά γιατί μια φορά που ο Νίκος είχε θυμώσει μαζί μου, είπε πως θα μου κάνει μάγια και θα δω λέει τι θα πάθω!! Τι Κατίνα ….Όχι ότι δεν τον έχω ικανό, γιατί το παιδί τα έχει λίγο χαμένα, αλλά αυτά είναι σαχλαμάρες. Έλα όμως που ο Ανδρέας τα πιστεύει….
- Μη σας νοιάζει 3 λεπτά είναι ακόμα ως το λιμάνι και φτάνουμε. Θα το αλλάξω μετά το λάστιχο.
Φτάνουμε στο λιμάνι κακήν κακώς και τελικά τζάμπα η βιασύνη γιατί το δελφίνι είχε καθυστέρηση μιάμιση ώρα. Έτσι αφού στεκόμαστε στον ήλιο που μας χτυπάει κατακούτελα, μπαίνουμε τελικά στο παμπάλαιο δελφίνι και ξεκινάμε επιτέλους για τον τελικό προορισμό μας. Απέναντι από τις θέσεις μας έχει μια ταμπέλα που γράφει επάνω στα αγγλικά και στα ελληνικά: «Απαγορεύεται η χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ εντός του σκάφους».
- Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται. Μου λέει με νόημα. Άμα δεν αφήσουμε τα κοκαλάκια μας εδώ τυχεροί θα ‘μαστε.
Μετά από περίπου δύο ώρες φτάνουμε στο λιμάνι όπου εκεί μας περιμένει ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που θα νοικιάσουμε.
Αυτό το σπίτι μας το σύστησε η Ευδοκία φίλη της μητέρας μου, που είναι από την Πάτμο.
Παίρνω λοιπόν τηλέφωνο το κινητό του ιδιοκτήτη των ενοικιαζόμενων σπιτιών και αφού απαντάει, μας κάνει νόημα κάποιος από απέναντι.
-Καλώς τους, είσαι η Σάσα;
-Ναι τι κάνετε; Από ΄δω ο φίλος μου ο Ανδρέας.
- Μπείτε στο αυτοκίνητο να σας πάω.
Φτάσαμε στο σπίτι που είναι νεόκτιστο πέτρινο σε παλιό παραδοσιακό στυλ, μικρό αλλά όμορφο. Βρίσκεται στο Γροίκο μαζί με άλλα πέτρινα διώροφα. Σκαρφαλωμένα στο ύψωμα ενός λόφου από την αριστερή πλευρά του λιμανιού με υπέροχη θέα . Από ΄κει δεν βλέπεις μόνο το λιμάνι αλλά όλο το πέλαγος ώσπου χάνεται το μάτι.
Εσωτερικά έχει πέτρινους τοίχους και είναι διακοσμημένο σε νησιώτικο στυλ. Τα κρεβάτια έχουν όλα ουρανό και στα παράθυρα κρέμονται κοφτά κεντήματα αντί για κουρτίνες. Το σπίτι αποτελείται από μια κουζίνα, ένα μπάνιο και μια κρεβατοκάμαρα στον κάτω όροφο. Μια μικρή ξύλινη σκάλα οδηγεί στον πάνω όροφο που μοιάζει περισσότερο με πατάρι καθώς το ταβάνι είναι πολύ χαμηλό. Ανεβαίνοντας τις σκάλες στα αριστερά υπάρχει μια τουαλέτα και δεξιά φτάνεις σε ένα ξύλινο πατάρι με κάγκελα που βλέπει τον κάτω όροφο, με δύο σιδερένια κρεβάτια. Προσπερνώντας τα κρεβάτια υπάρχει μια πόρτα που οδηγεί στην δεύτερη κρεβατοκάμαρα.
Το καλύτερο από όλα σ΄ αυτό το σπίτι είναι η βεράντα που στην ουσία είναι μια κρεμαστή αυλή. Δύο κτιστοί καναπέδες βρίσκονται στη γωνία, με πολύχρωμες μαξιλάρες, ένα τραπέζι στη μέση και μια αιώρα που κρέμεται από δύο στύλους της πέργολας. Από ΄κεί απλώνεται όλο το πέλαγος, καθώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο εμπρός, παρά μόνο χαμηλά στην παραλία ένα μικρό μοναστήρι. Το μόνο μειονέκτημα και πολύ σοβαρό, είναι η έλλειψη air condition καθώς το σπίτι το χτυπάει ο ήλιος και βράζει!
-Καλά δεν έχετε βάλει air condition ; Ρωτάει ο Ανδρέας.
-Το σπίτι είναι παραδοσιακό φίλε.
-Δηλαδή θα βγάλουμε τη μπέμπελη παραδοσιακά. Ετσι;
- Μπορώ να σας φέρω ανεμιστήρες. Έναν για την κρεβατοκάμαρα την κάτω, έναν για την πάνω και έναν για τον χώρο με τα δύο κρεβάτια.
-Εντάξει φέρε ότι μπορείς.
Τον Ανδρέα έχουν αρχίσει και τον ζώνουνε τα φίδια και έχω κακά προαισθήματα. Κοινώς θα με φάει με τη μουρμούρα του. Μόλις φεύγει ο ιδιοκτήτης, μου λέει.:
- Κέρκυρα- Κερκυρούλα μου. Τι τα ΄θελα και σ΄ άκουσα εε; Μου λες ;
- Έλα μωρέ Ανδρέα μην κάνεις έτσι. Να δεις που θα περάσουμε ωραία. Έλα να πάμε για μπάνιο.
- Εγώ για μπάνιο θα πάω στις εφτά!
- Ούτε οι γέροι δεν πάνε στις εφτά ρε Ανδρέα.
- Στις εφτά!
- Καλά λέω, και αφού πρώτα τακτοποιούμε τις βαλίτσες, εγώ τις δικές μου κάτω, και αυτός τις δικές του πάνω, παίρνω την τσάντα μου και πάω για μπάνιο. Λόγω έλλειψης αυτοκινήτου, αναγκαστικά κατεβαίνω με τα πόδια από το σπίτι στην μικρή παραλία μπροστά από το μοναστήρι.
Καιρός να χαλαρώσω αφού τώρα είμαι μόνο εγώ και τα τζιτζίκια. Ξαπλώνω στην πετσέτα μου και ανοίγω το βιβλίο που έχω πάρει μαζί μου «Ο διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ» Σαν να μου ταιριάζει για τίτλος του καλοκαιριού μου. Για να δούμε…
Κατά τις εξίμισυ αποφασίζω να ανηφορίσω για να πάω μαζί με τον Ανδρέα για μπάνιο, ο οποίος έχει αρχίσει να με εκνευρίζει αφόρητα. Φτάνω στο σπίτι και μπαίνω στην κάτω τουαλέτα να πλύνω τα χέρια μου η οποία είναι πλημμυρισμένη από νερά.
- Ανδρέα έκανες μπάνιο;
- Ναι. Γιατί;
- Τίποτα. Επειδή δεν έχουν έρθει οι υπόλοιποι ακόμα, λέω να πηγαίνω εγώ στην κάτω και εσύ στην πάνω. Έχει σημασία που το λέω
- Ναι, ναι, καλά. Θα έρθεις για μπάνιο;
- Φύγαμε.
Αφού κάναμε μπάνιο, ο Ανδρέας με έβαλε να πάρω τηλέφωνο μια φίλη μου στην Αθήνα να της ζητήσω το τηλέφωνο μιας φίλης της που του άρεσε, και ήθελε λέει να της στείλει λουλούδια Όντως περιέργως όταν του αρέσει γυναίκα, είναι πάντα παντρεμένη ή τουλάχιστον με κάποιον για την τελευταία 5ετία.
Αφού λοιπόν της τηλεφώνησε, και εκείνη του το έκλεισε στα μούτρα, πάμε να φάμε.
H ώρα κοντεύει πια δώδεκα, και ετοιμαζόμαστε για να βγούμε έξω το βράδυ. Καθώς πάω στην τουαλέτα για να βαφτώ τι να δώ; O κύριος Ανδρέας είχε κάνει την ανάγκη του επιδεικτικά έξω από την τουαλέτα. Το σιχαμένο πλάσμα δεν το είχα ικανό για τέτοια κατάντια…. Ως εδώ. Θα πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου.
Βγαίνω έξω στη βεράντα και ακούω τις άριες του Ανδρέα από το πάνω μπάνιο με σιγόντο τα νερά να τρέχουν.
-Μαμά.
-Τι κάνεις κοριτσάκι μου πως τα περνάς;
-Μαμά δεν μπορώ άλλο, θα σηκωθώ να φύγω. Αυτό το κακιασμένο μου έχει σπάσει τα νεύρα. Ξέρεις τι έκανε σήμερα; Κατούρησε έξω από τη λεκάνη.
- Μήπως το έκανε κατά λάθος.
-Όχι μαμά όταν λέμε απέξω, εννοούμε όλα απέξω. Θα φύγω.
- Κάνε υπομονή κοριτσάκι μου, έτσι κι αλλιώς αύριο έρχονται και οι υπόλοιποι. Τι θα κάνεις να γυρίσεις πίσω αρχές Αυγούστου;
-Δίκιο έχεις.
Κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι πως στο καλό θα μπορέσω να κάνω υπομονή μ΄αυτό το πλάσμα που κακό χρόνο να ΄χει…
-Ααααχ. Τινάχτηκα. Ακούγεται μια κραυγή από το μπάνιο.
-Τι έπαθες;
-Με τίναξε το νερό στο ντους.
Χα….Υπάρχει και Θεός χρυσέ μου.
-Αλήθεια βρε Ανδρέα; Πώς έγινε αυτό;
-Σ’ αυτό το ερημονήσι που ήρθα, να δω τι άλλο θα πάθω. Τώρα θα τρέμει και η ψυχή μου κάθε φορά που κάνω ντούς μη ξεραθώ στον τόπο. Δεν μπορώ να καταλάβω τι στο καλό βρίσκουν όλοι σ’ αυτό το νησί και έρχονται και ινκόγκνιτο….
Καθώς συνεχίζει να βρίζει και να μονολογεί, εγώ αρωματίζομαι γελώντας κάτω από τα μουστάκια μου.
-Έτοιμος;
-Έτοιμος.
Τώρα ανεβαίνουμε το δρόμο για τη χώρα και η θέα είναι απίστευτα όμορφη. Φαίνεται κάτω φωτισμένο το λιμάνι και δύο τεράστια ιστιοπλοϊκά που είναι σαν μεγάλα στολίδια. Κάτι άλλο που μ’ αρέσει πολύ σ’ αυτό το νησί είναι ότι το βράδυ τα εκκλησάκια που έχει, μένουν ανοιχτά, και καθώς το αχνό φως από τα κεριά διακρίνεται από έξω, νομίζει κανείς ότι τελείται μυστική λειτουργία.
-Βλέπεις τι ωραίο που είναι αυτό το εκκλησάκι…Δεν σταματάμε να ανάψουμε ένα κερί;
- Όρεξη είχα να ανάβω κεριά βραδιάτικα με σένα τη θεούσα. Λέει ο Ανδρέας και γκαζώνει στην ανηφόρα καθώς μέσα σ’ όλα, το αυτοκίνητο που νοικιάσαμε κωλώνει στις ανηφόρες.
Φτάνοντας στην είσοδο για τη χώρα ο δρόμος δεν συνεχίζει άλλο. Αν ξεκινήσεις νωρίς είναι εύκολο να παρκάρεις, ειδάλλως αφήνεις το αυτοκίνητο πιο χαμηλά και το κόβεις με το πόδι, καλή ώρα σαν και σήμερα…..
- Ανδρέα μην ανεβαίνεις άλλο, δεν θα βρούμε να παρκάρουμε.
- Θα αστειεύεσαι μου φαίνεται. Δεν κάνω αθλοπαιδιές νυχτιάτικα.
Με τα πολλά όχι θέση δεν βρήκαμε, αλλά τελικά γυρίσαμε στην αρχή της ανηφόρας να παρκάρουμε. Και πάλι αρχίζει το γνωστό ψαλτήρι…
- Κέρκυρα Κερκυρούλα μου….Τι ανηφόρες και κακό είναι αυτό…; E να μην παραπονιέμαι, τον στρατό τον γλίτωσα. Μπρος στους 18 μήνες τι είναι λίγες ημέρες;
Αφού ανηφορίσαμε μέσα από τα σοκάκια τελικά φτάνουμε στην Αστοίβη, το γνωστό μπαρ στη χώραπου το έχει επισκεφτεί και ο Ντέϊβιντ Μπάουι.
Το μέρος είναι γεμάτο από κόσμο και όπως πηγαίνουμε προς το μπαρ, βλέπω τον Ανδρέα να παίρνει τη ξινισμένη του έκφραση που είναι ως εξής: Τα μάτια του στενεύουν σαν της αλεπούς και φαίνονται αστεία μέσα από τα γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας. Το στόμα του σουφρώνεται κάπως υπεροπτικά και πολλές φορές όπως και τώρα δαγκώνει τα χείλη του. Γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω τον Τζιμπο, κοινό μας γνωστό, συμπαθέστατο, και κούκλο. Μου γνέφει να πάμε προς τα εκεί και του ανταποδίδω.
- Ανδρέα είναι εδώ ο Τζίμπο.
- Τον είδα όπως και πολλά άλλα φαντάσματα του παρελθόντος που μόνο αυτά δεν ήθελα να δω. Μόνο διάσημους ινκόγκνιτο δεν έχει εδώ. Εδώ είναι όλοι οι άσημοι και καμαρωτοί, καμαρωτοί. Συμπληρώνει με μια έκφραση σαρκασμού.
-Γειά σου Τζίμπο. Τι κάνεις;
-Καλά. Εσείς; Πως και από ‘δω; Να σας βάλω να πιείτε.
- Η κυρία από ‘δω μου φούσκωσε τα μυαλά και κανονίσαμε διακοπές.
- Είναι ωραίο το νησί, εγώ έρχομαι κάθε χρόνο και μένω σ’ ένα φίλο μου τον Ορέστη. Βέβαια χρειάζεται φουσκωτό για να έχεις πρόσβαση στις ωραίες παραλίες.
- Αύριο έρχονται κάτι φίλοι μου με φουσκωτό και θα οργανωθούμε… Αν και το ΄χω ΄δει εγώ το έργο…..
- Γιατί ρε Ανδρέα τι έπαθες;
- Τίποτα δεν έπαθε. Θα του περάσει.Συνεχίζω- Τι θα πιούμε;
Η μουσική δυναμώνει και καθώς ο Τζίμπο μου γεμίζει ένα ποτήρι βότκα λεμόνι,
βλέπω μια λάμψη στο πρόσωπο του Ανδρέα. Σαν να φωτίστηκε.
- Είναι εδώ το τεκνό. Μου λέει.
- Ποιο τεκνό;
- Μια μικρή που μου αρέσει.
Και βλέπω ένα κοριτσάκι, είναι δεν είναι δεκαοχτώ χρονών, που έρχεται προς το μέρος μας για να χαιρετήσει. Είναι γνωστό ότι οι κρυφο-γκέι αρέσκονται να κυκλοφορούν μικρά κοριτσάκια που δεν υποψιάζονται περί τίνος πρόκειται. Και ενώ δεν τους αρέσουν οι γυναίκες, απ’ την άλλη θέλουν να επιδεικνύονται μαζί τους ή τουλάχιστον να φλερτάρουν προκλητικά
- Γειά σου, με λένε Σοφία
- Χάρηκα. Σάσα. Κάθισε μαζί μας.
Το βράδυ κυλάει ωραία. Μουσική, πολύ αλκοόλ και καλή διάθεση. Ο Ανδρέας προσπαθεί να το παίζει γόης στη μικρή που φαίνεται ότι τον έχει ψυλλιαστεί και τον απομακρύνει διακριτικά. Μάλλον ο λόγος που κάθεται μαζί μας είναι για να μην κάθεται με τους γονείς της που είναι και εκείνοι εδώ. Ο Τζίμπο είναι ιδιαίτερα θερμός μαζί μου και παραγγέλνει συνεχώς κανάτες με σφηνάκια και το κέφι όλο και ανάβει. Κάποια στιγμή με τραβάει από το χέρι και πάμε μέσα να χορέψουμε. Μέσα γίνεται χαμός. Είναι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, και όλοι χοροπηδάνε ρυθμικά πάνω στο ξύλινο πάτωμα σε λάτιν ρυθμούς. Μέσα σ’ αυτό το χαμό μας πιάνουν νευρικά γέλια καθώς παρασυρόμαστε με την υπόλοιπη μάζα. Μετά από πολύ χορό και μερικά σφηνάκια ακόμα, η μουσική σταματάει. Βγαίνουμε έξω καταϊδρωμένοι Ο Ανδρέας κάθεται μόνος του. Η μικρή έχει φύγει, και ο Ορέστης έχει μπει μέσα.
- Τι γίνεται; Γιατί σταμάτησε η μουσική; Ρωτάει ο Ανδρέας.
- Κλείνουν στις δύο λόγω του μοναστηριού. Απαντάει ο Τζίμπο.
- Ααα, ωραία!Μαζί με τα άλλα κομφόρ που προσφέρει το νησί είναι και νυχτερινή διασκέδαση βλέπω…. Μάλλον κατά λάθος θα ξέμεινε εδώ ο Ντέιβιντ Μπάουι και δεν θα ΄ξερε πώς να φύγει. Κέρκυρα-Κερκυρούλα μου με τα ωραία σου ξενύχτια. Πώς θα τη βγάλουμε τώρα;
- Μη κάνεις έτσι ρε Ανδρέα. Του λέει ο Τζίμπο και μου κλείνει το μάτι. Μετά από ΄δω όλοι συνεχίζουν στο Celin που είναι στο λιμάνι.
- Πάμε και σ’ αυτό το αξιοθέατο να δούμε.
Καθώς κατηφορίζουμε όλοι μαζί για να βγούμε από τη χώρα ο Τζίμπο μου λέει πως αύριο φεύγει για Αθήνα και από ΄κει θα πάει Κρήτη μετά. Τι κρίμα θα ΄χαμε και κάτι ενδιαφέρον να ασχολούμαστε….
Στο Celin η νύχτα κύλησε ωραία, αλλά όχι και για τον Ανδρέα που άρχισε πάλι την γκρίνια. Παρήγγειλε μπουκάλι σαμπάνια Moet και δεν είχε.
Η μικρή που ήταν εκεί, είχε βρεί κάτι φίλους της πιτσιρικάδες και δεν του ΄δινε καμία σημασία και έτσι στο δρόμο προς το σπίτι άρχισε το γνωστό τροπάριο για ακόμη μια φορά…. Τι που κουβαληθήκαμε στην άγονη γραμμή, τι που δεν έχουν τα μαγαζιά Moet και τι θα πίνει, τι που έχει δει όλους τους γνωστούς που είναι δήθεν κλπ, κλπ.
Αυτά άκουσα, και από ένα σημείο και ύστερα τον συνέδεσα με το Κάιρο αφού η θέα της θάλασσας που ενωνόταν με τον γεμάτο αστέρια ουρανό, ήταν μαγική.
- Ελπίζω αυτός ο βλάχος να έχει φέρει τους ανεμιστήρες.
Λέει καθώς κατεβαίνουμε από το αυτοκίνητο, και ευτυχώς μπαίνοντας μέσα βλέπουμε και τους ανεμιστήρες.
Παίρνει τον έναν παραμάσχαλα, και ανεβαίνοντας τις σκάλες για το δωμάτιό του, μουρμουρίζει κάτι για την τύχη του και το ζώδιό του που το πρόβλεψε η Άσυ Μπήλιου ότι φέτος θα ήταν ζόρικο καλοκαίρι…
Ουφ, επιτέλους ησυχία. Θα κοιμηθεί και θα σκάσει επιτέλους σκέφτομαι, και ανοίγω το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Τι ομορφιά που έχει αυτό το νησί Θεέ μου. Μονολογώ καθώς βλέπω να απλώνεται μπρος μου το απέραντο πέλαγος με μόνα φώτα τα αστέρια και αυτά που έρχονται από το μικρό μοναστήρι λίγο κάτω απ’ το σπίτι μπροστά από τη θάλασσα...



Συνεχίζεται... (Μια ιστορία της φίλης του blog, N.Ρ.)






7.7.09

One more chance...

Και τη στιγμή που η φωνή του Elvis από το jukebox γινόταν ένα με το καλοκαιρινό αεράκι κι εγώ ετοιμαζόμουν να πω ότι έκρυβα μήνες μέσα μου…γυρνάει και μου λέει…

«Είμαι ακόμα κολλημένη μαζί του τελικά… Στα μάτια σου βλέπω αυτόν, στις κινήσεις σου βλέπω αυτόν… Σε όλα τον «βρίσκω» μπροστά μου γαμώτο… Δεν μπορώ άλλο… κι έχει και πανσέληνο σήμερα…Όπως τη νύχτα που μου είπε πως είμαι…λίγη γι’αυτόν και…χωρίσαμε!
Θα μπορούσα να μείνω μαζί του για πολύ ακόμα και ας με ξεφτίλιζε, έτσι όπως του άρεσε να μου κάνει πάντα!»

Εγώ είχα μείνει μαλάκας…

4 μήνες την παρηγορούσα και της έκανα παρέα όλα τα βράδια που έκλαιγε…γιατί δεν ήξερε… Και πάντα έψαχνα να βρω τρόπους να την κάνω να νιώσει καλύτερα…
Και τότε που έχασε τον σκύλο της τον Αρτέμη και τρέχαμε μαζί να τον βρούμε…
Και τότε που την είχαν πιάσει τα ψυχολογικά της με τη δουλειά και δεν άντεχε…
Και τότε που την είδα να φιλιέται με αυτόν που μου είχε ορκιστεί πως όλα τελείωσαν και αφού πήρε αυτό που ήθελε από αυτήν και εκείνο το βράδυ, μετά χάθηκε πάλι…
Και τότε που μου είπε πως είναι άρρωστη κι εγώ πήγα να της κάνω έκπληξη με λουλούδια… και τελικά κατέληξα να παραδώσω τα λουλούδια στον φούρναρη τον Μπάμπη απέναντί της, γιατί απλά ήταν «άρρωστη» με τον γκόμενο και είχε πάει να τον βρει…
Και τότε…Αλλά όχι και σήμερα…

«Άντε γαμήσου» της λέω! Σηκώνομαι από την καρέκλα μου και με κίνηση Λούκυ Λουκ πετάω το ποτήρι με το νερό στο στήθος της πιο γρήγορα και από τη σκιά μου…

Δεν ξέρω τι μ’έπιασε…Θόλωσα…
Αμέσως έφυγα…

Η μαλακία ήταν ότι στο Σούνιο είχαμε πάει με το δικό της αυτοκίνητο… και το μόνο όχημα που φαινόταν στο δρόμο, ήταν το παρκαρισμένο πουλμανάκι από την κατασκήνωση «Το ξένοιαστο μελίσσι» που ήταν απέναντι από τον δρόμο του ιταλικού…
Ξεκίνησα με τα πόδια και ήμουν τόσο απογοητευμένος, τσαντισμένος και πικραμένος…
«Κουράστηκα πια», μονολόγησα…
Σε 2 λεπτά το αυτοκίνητό της, σταμάτησε «σαστισμένο» δίπλα μου…
«Μπες μέσα», μου λέει.
«Άντε γαμήσου σου είπα».
«Πως μπορείς και μου μιλάς έτσι? Δεν σε έχω ξανακούσει να μιλάς έτσι ποτέ. Τι έπαθες?»
«Αααα… Δεν στα ‘πα?», της λέω… «Βέβαια…βγαίνω με μια πουτάνα εδώ και καιρό και έκανα το λάθος και την ερωτεύτηκα… Έ, τότε αυτή με πάτησε… ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ?»

«Σταμάτα» μου λέει, σχεδόν βουρκωμένη. «Δεν μπορείς να με προσβάλεις άλλο έτσι… Σ Υ Γ Ν Ω Μ Η!». Και ξεσπάει σε λυγμούς…
Καλά…λέω από μέσα μου… Η πουτάνα με τα κλάματα και ο πούστης με τα γέλια, κρύβονται…

«Τι σημασία έχει να μπω? Μισή ώρα ακόμα μαζί σου = 2 μέρες κόλασης μέσα μου και συνεχών μαχών με το τίποτα που μου προσφέρεις…».

«Έχεις δίκιο… Δεν ξέρω τι με έπιασε πάλι με τον ηλίθιο…».

Μπήκα στο αμάξι… Κατευθυνόμασταν προς Αθήνα…μέχρι που κάποια στιγμή σταματάει στην άκρη του δρόμου κι ενώ εγώ την κοιτάω σαν βλαμμένο (πάλι)… με αρπάζει και αρχίζει να με φιλάει!

«Τι θ..ου…ε..λλλειιςςς από μένα?» τη ρώτάω ξαφνικά προσπαθώντας να ξεκολλήσω τα χείλη μου από τη μανία των δικών της χειλιών…
«Δεν ξέρω τι θέλω ακριβώς…αλλά ξέρω ότι δεν θέλω να σε χάσω… Είσαι η ασφάλειά μου…»! Και ξεκινάει να οδηγεί, κοιτώντας… στο πουθενά…

«Εμένα όμως δεν με σκέφτεσαι καθόλου…», συνεχίζω εγώ… «Ταλαιπωρούμε πολύ… Κι εγώ δεν θέλω να σε χάσω, αλλά θέλω να είμαι και μαζί σου για να μη σε χάσω… Εσύ θες να ξέρεις απλά ότι εγώ σε γουστάρω για να νιώθεις ασφαλής και τα πιο ωραία σου συναισθήματα τα φιλάς για κάποιον άλλο…
Όχι έτσι… Λυπάμαι…».

Πλησιάζουμε στο Λαγονήσι. Κάπου εκεί θα χωριζόμασταν…

«Ξέρεις, δεν θέλω να σε ξαναδώ… Ποτέ όμως… Γι΄αυτό φύγε και μαζί τελειώσαμε…».

Δεν απάντησε. Ούτε με κοίταξε καν. Λίγα μέτρα πιο κάτω σταματάει. Την κοιτώ… Αυτή τίποτα… Κατεβαίνω κι ένας Θεός ξέρει πως βρήκα τα βήματα μου και δεν σοριάστικα από τη σαστιμάρα μου… Δεν ήξερα αν πίστευα ή αν ήθελα να πω αυτά που είπα…
Άκου εκεί «ποτέ»…
Λες? Σκεφτόμουν…
Έφυγα τρέχοντας για ύπνο… Ήθελα να κρυφτώ κάτω από τα σκεπάσματά μου για να μην με βλέπει κανείς, να μην με αγγίζει ούτε ο αέρας… Αυτός που στην αρχή φυσούσε ωραία…καλοκαιρινά…
Κοιμήθηκα…
Το πρωί ξύπνησα και είχα πάνω μου αυτή την «πλάκα» του έρωτα… Ολοκληρωμένου ή ανεκπλήρωτου… η ίδια είναι…

Ντύθηκα γρήγορα και βγήκα από το σπίτι…
Ουπς! Παραλίγο να πατήσω κάτι… Τι είναι αυτό?

Σκύβω και πιάνω ένα cd τυλιγμένο με ένα σημείωμα…

«Με αυτή την τόση βιάση μου, να ξεκινώ από το τέλος… Έχανα πάντα η ηλίθια, τη μαγεία της αρχής… Σου ζητώ απλά τον τίτλο του τραγουδιού που θα βρεις μέσα στο στο αγαπημένο μου cd…».

Το cd ήταν του Michael Jackson, που τώρα που γράφω αυτό το άρθρο παρακολουθώ την κηδεία του σε ζωντανή σύνδεση… μαζί της…

Το τραγούδι?

“One more chance…”!

http://www.youtube.com/watch?v=boq4i8tfQDs&feature=related

23.6.09

6 μήνες μετά...

Νωρίς το πρωί λάβαμε, ένα e-mail από μία φίλη του blog, που μας ζητούσε πολύ ευγενικά αν μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε το άρθρο της… Μας προέτρεψε να μην το αναρτήσουμε σε περίπτωση που μας στεναχωρούσε διαβάζοντας το ή μας φαινόταν καταθλιπτικό…
Επειδή όμως εδώ, στην «Οδό Θεωρίας» γράφουμε όλοι και καταθέτουμε συναισθήματα κι απόψεις, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αρνηθούμε και να μην μοιραστούμε με τη Δήμητρα την «κατάθεσή» της. Καλή ανάγνωση…


"Ανοίγεις την καρδιά σου, την αγκαλιά σου και για πρώτη φορά νιώθεις ασφάλεια στα χέρια ενός ξένου μέχρι πριν ανθρώπου. Μαθαίνεις να γίνεσαι καλύτερος. Κάνεις όνειρα για το μέλλον, βάζεις τις δικές του ανάγκες πριν τις δικές σου . Ακόμη και αυτά που σε ενοχλούν στο χαρακτήρα του, τα αγαπάς γιατί είναι κομμάτι δικό του. Όχι με αυτόν τον τυφλό έρωτα που δεν ξεχωρίζει τα λάθη, αλλά με συνείδηση και ζεστασιά… και όλα αυτά είναι πραγματικά αμφίδρομα. Λαμβάνεις αγάπη.

Ο ίδιος αυτός που αγάπησες έλεγε ‘’ότι όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελά’’. Έτσι τα όνειρα και τα σχέδια σου δεν πραγματοποιούνται ποτέ, γιατί ενώ εσύ ζούσες σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, η ζωή εδώ είχε ήδη χαράξει την πορεία της. Έτσι σου παίρνει μακριά ότι αγαπάς. Έτσι απλά…..

Και περνά μισός χρόνος…. Βρίσκεσαι σε ένα μεγάλο πάρτυ με πολύ κόσμο και τους καλύτερους φίλους σου... Κατακτάς σιγά σιγά κάποιους από τους στόχους σου με κόπο … τα πράγματα στην ζωή σου πάνε καλά και θα έπρεπε να φοράς το πιο λαμπερό σου χαμόγελο…
Και όμως, στο πάρτυ νιώθεις ξαφνικά αφόρητη μοναξιά, η επίτευξη των στόχων δεν σου δίνει την ίδια χαρά και ενώ όλα πάνε καλά, εσύ νιώθεις ότι είσαι σε αναμονή, ότι κάποιος πάτησε το pause… και δεν μπορείς να χαμογελάσεις με το πιο λαμπερό σου χαμόγελο.

Το καταλαβαίνεις όταν αυτός που θα ήθελες να μοιραστείς την χαρά σου δεν είναι εδώ. Δεν είναι το πρώτο τηλεφώνημα, η πρώτη αγκαλιά, το πρώτο μπράβο, το πρώτο φιλί… Και η απώλεια είναι μεγάλη και πιο δυνατή ακόμα από την χαρά. Τότε συνειδητοποιείς για ακόμη μια φορά πόσο δυνατή ήταν η αγάπη σου… και πληγώνεσαι για μια ακόμη φορά.

Γιατί ο πόνος έρχεται σε κύματα. Βρίσκεσαι σε νηνεμία και ξαφνικά φουρτούνα όλα μέσα σου. Γιατί? Γιατί άκουσες ένα τραγούδι, μύρισες το άρωμά του, πήγες στο αγαπημένο του εστιατόριο… Και μετά πάλι πέφτεις σε νηνεμία, γιατί ξέρεις ότι αν είναι κάπου και σε βλέπει, θέλει να χαμογελάς και να χαίρεσαι την ζωή γιατί είναι μικρή και θα χαθεί.

Οι μνήμες σου όμως και όσα έζησες δεν θα χαθούν, για αυτό πρέπει να νιώθεις ευτυχία και ευγνωμοσύνη που κατάφερες να βιώσεις και να λάβεις τέτοια συναισθήματα. Άλλοι δεν κατάφεραν να το νιώσουν ποτέ αυτό…"