22.8.09

1 friend request...

«…Στα σοβαρά μην με παίρνεις είν' το μυαλό μου θολό
Είναι κι ο κόσμος μου αστείος
Κι όταν με βαρεθείς τελείως
Ψάξε αλλού να με βρεις όπως με θες

Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο
Και κάποιο στίχο που σου μοιάζει
Κοιτάζω έξω και χαράζει
Έγινε το αύριο πάλι χθες…»

Κάπως έτσι θυμάμαι την τελευταία εικόνα της Βάνιας... Ναι, με τη μελωδία του Αλκίνοου, από τη φωνή της Χαρούλας, ενώ πίναμε μπύρες σε μια παραλία της Βουλιαγμένης ξημερώματα και μόλις είχαμε... “τελειώσει” και αυτή να μου λέει, «αυτό το τραγούδι θα μπορούσα να στο τραγουδάω όλο εγώ…». Την κοίταξα σχεδόν απορημένος…αν και μέσα μου ήξερα…
Από τότε σιωπή… Χάθηκε… Τα τηλέφωνά της κλειστά… msn κενό… το Skype ανενεργό… το profile της στο facebook ανύπαρκτο… Πέρασα από το σπίτι της… Φώτα…! Δεν τόλμησα να χτυπήσω… Έφυγα και απλά σκέφτηκα ότι ίσως να μετάνιωσε για ότι έγινε και το καταλαβαίνω βέβαια…εν μέρει…

Τη Βάνια τη είχα δει πρώτη φορά στη συναυλία του Manu Chao στο Terra Vibe στη Μαλακάσα. Γνωριστήκαμε από κοινούς φίλους. Μου έκανε εντύπωση γιατί έμοιαζε με σύγχρονη πριγκίπισσα ντυμένη σε στολή νέο-χίπισσας. Δεν έπεσα και πολύ έξω… Παιδί των Νοτίων Προαστίων, από ευκατάστατη οικογένεια, με τους ψυχολόγους της…τις αϋπνίες της… τα χάπια της… και το πέρασμά της από τον υπέροχο κόσμο του αλκοολισμού ήδη από τα 20 της…
4 χρόνια πριν δηλαδή…
Κλασσικά υπήρχε στο παρελθόν και για κάποια στιγμή της ζωής της και ο αλητόφλωρος γκόμενος που την είχε κολλήσει γιατί της φερόταν όσο χειρότερα γινόταν και της έριχνε και καμία ψιλή στο τσακίρ (ξέρετε αυτά που γουστάρουν οι γυναίκες σε μικρότερες ηλικίες…) και όλα καλά!!

Ιδανικό προφίλ γκόμενας ή ανθρώπου που πάω και κολλάω… Τρελή κι αδέσποτη… με την ψευδαίσθηση της αλλαγής της από εμένα… Και τη διαφαινόμενη μάχη για τη διεκδίκησή της…
Και ξέρετε…Πετυχαίνει!
Όντως στρώνω ανθρώπους! Με εμπιστεύονται… Αφήνονται… Αλλάζουν… Ε, και τότε φεύγουν!!! Συνήθως, ο τυχερός, είναι πάντα ο επόμενος από εμένα… Βέεεεβαια… Είναι αυτός που του έχω στρώσει την μπάλα στη γραμμή κι έρχεται απλά και τη χαϊδεύει για να την ωθήσει προς τα δίχτυα και να βάλει το γκολ!

Οι μήνες μου περνούσαν, κι εγώ σερνόμουν από αγκαλιά σε αγκαλιά, από ξεφτίλα σε ξεφτίλα και από πάρτυ σε πάρτυ… Μέχρι μια μέρα που...

«Πω, πω... 2+ πήγε... Από τις 9 το πρωί τρέχω σαν τον μαλάκα και έφτασε τέτοια ώρα για να μαζευτώ από αυτό το μπουρδέλο που έχω μπλέξει για δουλειά 6 χρόνια τώρα...»

Σε εταιρεία διοργάνωσης συναυλιών δουλεύω σαν group manager και αν δεν κλείσω 15ωράκι, θεωρείται ημιαργία... (έτσι είχα βρεθεί και στη Μαλακάσα... Σίγα μην περπατούσα εγώ τόσα χιλιόμετρα για να φτάσω στις συναυλίες... Πάσο, parking και κύριος η τεμπελάρα!).

Ενώ νύσταζα, με έτρωγε να μπω στο facebook να χαζέψω λίγο και να κοιμηθώ πιο αποχαυνωμένο ακόμα...

“You have…1 friend request” & “1 inbox

…Vania V.

“Όχι θεέ μου... Όχι... δε το πιστεύω!!! H Bάνια...”

Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν όσο κοιτούσα τη φωτογραφία της μου φάνηκαν αιώνας...

Accept!

Θεέ μου...είναι το ίδιο όμορφη ακόμα... Πωωωω...10 μήνες πέρασαν...

Mutual Friends…1

Thanos Trivizas

O Θάνος ήταν γνωστός μου μέσω του κολλητού μου του Γιώργου και τον είχα δει άλλη δύο φορές πριν γνωρίσω τη Βάνια… Μέσω του Θάνου γνώρισα τη Βάνια… Ήταν η κοπέλα του… Και είναι ακόμα απ’ ότι βλέπω στο relationship status…
Ναι… ήταν και τότε κοπέλα του…εκείνο το βράδυ στη Βουλιαγμένη… Αλλά…
Κάτι μαγικό μας οδηγούσε… Και μένα κι αυτήν… Κάτι ανεξέλεγκτο! Είχαμε θολώσει…Δεν σκεφτόμασταν! Απλά το κάναμε… γιατί λίγο ακόμα και θα έσπαγαν μάλλον τα πάντα μέσα μας… Έπρεπε να βγει αυτό το συναίσθημα… Έπρεπε να εκτονωθεί… Έπρεπε… (?)

Κλικ στο inbox… To μήνυμα περίμενε να χαζέψω πρώτα λίγο τις φωτογραφίες της για να καταλάβω πως ζει… Όλες παλιές… πριν τη γνωρίσω…

Ανοίγω το inbox…

“Πίστευα πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ… Έφυγα και κρύφτηκα γιατί…έτσι έπρεπε… Ντράπηκα πολύ την επόμενη μέρα… Για τον Θάνο… για μένα… για σένα… Δεν ήξερα πώς να ξεφύγω από αυτό που έκανα και από αυτό που ένιωθα τελικά για σένα… Τόσο σύντομα… Tόσο όμορφα… Tόσο δυνατά…
Λένε όμως πως όταν οι άνθρωποι προγραμματίζουν… ο Θεός γελά…
Αυτό το λάθος έκανα κι εγώ… Προγραμμάτισα να μην ξαναδώ τα μάτια σου… και τελικά καταδικάστηκα να τα «βλέπω» για μια ζωή… Αλήθεια, δεν το φανταζόμουν ποτέ… Το έμαθα ή μάλλον το κατάλαβα…μετά…
Στο link που θα βρεις από κάτω θα βρεις μια φωτό που θα μπορείς κι εσύ να τα βλέπεις… Αλλά σε παρακαλώ μόνο από εκεί… Με τον Θάνο ζούμε όμορφα και δεν θα ήθελα τίποτα να αλλάξει τη ζωή μου πλέον…
Μια νύχτα…ήταν αρκετή για να αλλάξει για πάντα…
Δεν σε κατηγορώ… Μαζί το κάναμε… Αλλά μόνη μου το συνεχίζω… Έτσι έπρεπε
Καληνύχτα…

υ.γ.: Oύτε το σ’ αγαπώ δεν μπόρεσα να «χτίσω» μέσα μου για να στο πω… έστω τώρα! Μέσα από εδώ θα "επικοινωνούμε"... σαν φίλοι...”

Πατάω το link

………………………………………………………………………………………………………………...................
Σιωπή…
Δάκρυ…
Χαμένος…
Κενό…

Δεν το πιστεύω…
Ένα μωρό με μάτια ίδια με τα δικά μου…

Τελικά… Έπρεπε…(?)
"...Κοιτάζω έξω και χαράζει...
...Έγινε το αύριο πάλι χθες..."
(* To 54% από τους αναγνώστες μας, στην ερώτηση "τι έπρεπε να κάνει η Βάνια", πιστεύει πως θα "έπρεπε να χωρίσει με τον Θάνο...από την αρχή ή έστω τώρα που το έμαθε". Το 27% (καθόλου μικρό ποσοστό αναλογικά, πιστεύει πως θα "έπρεπε η Βάνια να κρατήσει μόνο για τον εαυτό της, αυτό που μόνο η ίδια γνώριζε..."! Αλήθεια...πόσο εύκολα θα μπορούσε να ζήσει όμως μέσα της, με οποιαδήποτε επιλογή...Μάλλον καθόλου!
Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας.)

17.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - The End (πριν το...βιβλίο)

Το μάτι μου ανοίγει από το ροχαλητό του Χρήστου.
- Σσσς. Κάνω, και αμέσως σταματάει.
Τι περίεργο. Φαίνεται ότι ο εγκέφαλός του λειτουργεί με τη μέθοδο της υπνοπαιδείας!
Αλλάζω πλευρό μήπως και καταφέρω να κοιμηθώ λίγο ακόμα αλλά που τέτοια τύχη. Το ροχαλητό επανέρχεται δριμύτερο.
Ας σηκωθώ καλύτερα, γιατί δεν το βλέπω να σταματάει…
Βγαίνω στην βεράντα και βρίσκω τη Μαρία να πίνει το χυμό της χαζεύοντας ένα περιοδικό.
- Καλημέρα. Με τα ρούχα κοιμήθηκες εσύ; Ρωτάει.
- Ναι. Η βαλίτσα μου είναι επάνω ακόμα.
- Καλά με αυτόν θα κοιμάσαι; Συνεχίζει αφήνοντας το περιοδικό στο τραπέζι.
- Άσε και δεν θέλεις να ξέρεις τι έπαθα εχθές.
Το ροχαλητό του είναι απερίγραπτο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πριν κοιμηθεί εχθές ήθελε να ενώσουμε και τα κρεβάτια!
- Πλάκα κάνεις!
- Μακάρι να έκανα πλάκα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Φτιάχνω τον καφέ μου και κάθομαι να
ξεφυλλίσω ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό.
Η καημένη η Μαρία, σίγουρα δεν ξέρει για τον Φρανσουά. Ή μήπως ξέρει και η επιλογή της είναι συνειδητοποιημένη ; Μπα, αποκλείεται να είναι αλήθεια όλες αυτές οι κακίες που λέει ο Ανδρέας από πίσω της. Ότι τον θέλει τάχα μου για να κάνει μεγάλη ζωή και τέτοιες αηδίες.
- Για να πούμε τίποτα ευχάριστο βρε Μαράκι. Πότε με το καλό ο γάμος;
- Τον Οκτώβρη.
- Α, μάλιστα. Στην Ελούντα είπαμε. Σωστά;
- Ναι, στην Ελούντα.
- Και που θα μείνετε μετά τον γάμο;
- Οι γονείς μου θα μου αγοράσουν ένα σπίτι στο Ψυχικό. Ξέρεις ο Φρανσουά διάλεξε το Ψυχικό γιατί είναι κέντρο απόκεντρο. Αλλά επειδή δεν έχουμε βρεί το κατάλληλο σπίτι ακόμα, θα μένουμε προς το παρόν σ’ αυτό που νοικιάζει ο Φρανσουά. Μέσα στο χρόνο όμως πιστεύω ότι θα έχουμε μετακομίσει.
Ορίστε που διαλέγει και τη προίκα ο σόγαμπρος! Α, δεν γίνεται. Τούτη εδώ όχι μόνο δεν έχει ιδέα, αλλά κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και κάποιος πρέπει να την ξυπνήσει!
- Μμμ, ωραία. Και μένα μ’ αρέσει το Ψυχικό. Συνεχίζω καθώς ρουφάω με το καλαμάκι τον καφέ μου. -Οι γονείς του καλοί είναι;
- Καλοί…Μη νομίζεις ότι γνωριζόμαστε και τόσο καλά, τα τυπικά…. ΄Αλλωστε οι δικοί του γυρίζουν τον κόσμο συνέχεια και δεν είναι και πολύ δεμένοι με τον Φρανσουά. Να φανταστείς ότι μεγάλωσε εσώκλειστος σε σχολείο αρένων.
Νάτο! Από ‘κει του ‘μεινε το κουσούρι!
- Θα πρέπει να γίνει πολύ ωραίος ο γάμος στην Ελούντα. Κουμπάρος ποιος θα είναι;
- Ένας φίλος του που έχει το δικηγορικό γραφείο που δουλεύει. Ο Γιώργος ο Κοντινός.
- Α, ναι τον γνωρίζω. Έχει τύχει να βγούμε στην ίδια παρέα μερικές φορές.
Το παζλ έχει αρχίσει να δένει τέλεια. Ο κουμπάρος είναι ένας χοντρούλης καλοβαλμένος, από τους τύπους που ψάχνεις να βρείς τσαλάκωμα στο πουκάμισο και δεν βρίσκεις με τίποτα. Με πολύ καλή κοινωνική θέση και ακόμα πιο πλούσια μνηστή, αλλά παρόλα αυτά εμένα πάντα μου έκανε μισογύνης. Μάλιστα είχε ακουστεί κατά καιρούς ότι το πήγαινε το γράμμα με έναν άλλον από την παρέα του, που είχε μια ασφαλιστική εταιρεία. Αλλά από την άλλη ποιος να δώσει βάση στις κακίες του κόσμου... Τώρα όμως όλα βγάζουν νόημα.
- Θα έρθεις και συ με τον Ανδρέα. Μου λέει η Μαρία.
- Σ’ ευχαριστώ πολύ. Βεβαίως και θα έρθω.
- Που θα έρθει; Ρωτάει ο Ανδρέας τη Μαρία, τεντώνοντας τα χέρια του από τη μπαλκονόπορτα.
- Στο γάμο.
- Α, ναι, Ελούντα σου ‘ρχόμαστε. Δηλώνει και κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη χαϊδεύοντας την κοιλιά του. – Όλο το jet- set θα είναι συγκεντρωμένο. Σωστά δεν τα λέω Μαρία;
- Σταμάτα πια βρε βλαμένο. Του λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού η Μαρία, χτυπώντας τον με το περιοδικό στο κεφάλι.
- Μη βαράτε, γιατί δεν αντέχει άλλη κακοποίηση ετούτο το κορμί. Δηλώνει γελώντας ο Ανδρέας και μπαίνει στη κουζίνα για καφέ.
- Μαρία, πως σου φαίνεται ο Γιώργος;
- Ποιος Γιώργος;
- Ο φίλος του Άγγελου.
- Για σένα;
- Όχι για μια ξαδέρφη που έχω στο χωριό. Για μένα βέβαια.
- Δεν κάνει αυτός.
- Γιατί το λες έτσι;
- Γιατί έχει τα μυαλά του πάνω απ’ το κεφάλι. Για αυτό. Σ’ αρέσει;
- Για να ρωτάω…Η αλήθεια είναι πως ενώ τον ξέρω χρόνια και ποτέ δεν μου έκανε εντύπωση, τώρα στο νησί μου φαίνεται συμπαθητικός.
- Ε, στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι!
- Λες;
- Σίγουρα. Άσε που φαίνεται και σαμιαμίδι δίπλα σου!
Σε λίγο έρχονται και οι υπόλοιποι στη βεράντα και
με τούτα και με κείνα περνά η ώρα και ξεκινάμε για το μπάνιο. Σήμερα αποφασίστηκε τελικά ότι τα αγόρια της παρέας ( να τα κάνει ο Θεός αγόρια…), θα πάνε για ψαροντούφεκο στους Λειψούς. Εγώ λόγω του κακού ύπνου που έκανα εχθές δεν με βλέπω να αντέχω, και επειδή και η Μαρία δεν θέλει ταρακούνημα σήμερα, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο μόνες μας στο Καλό Λιβάδι. Το μοντέλο είπε θα πάει για μπάνιο με τον Άγγελο και τον Γιώργο.
Ευκαιρία σήμερα που θα είμαστε μόνες μας να τη
ψαρέψω κιόλας. Είμαι σίγουρη ότι ούτε που υποψιάζεται
για τα καμώματα του καλού της. Γνωστό το έργο
άλλωστε…
Και θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμα… Αλλά δεν… Ίσως σε κάποιο βιβλίο...
Αυτό που για άλλη μια φορά μένει και επιβεβαιώνεται, είναι ότι, όταν σε πετύχει αυτό το ανάπηρο τυφλό μωρό με το βέλος του δεν σκαμπάζεις τίποτα!. Απλά κολλάς και ΄συ από την αναπηρία του. Δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις. Μέχρι μια ωραία πρωία, που ξυπνάς από τον λήθαργο, και ο εφιάλτης σου χαμογελάει με το χρυσό του δόντι να αστράφτει!


Ν.Ρ.

11.8.09

Και μη χειρότερα...

(...Πάτμου συνέχεια...Μια καλοκαιρινή ιστορία, από τη φίλη του blog, N.Ρ.)
Φτάνουμε στο σπίτι και κάθομαι περιμένοντας ένα από τα δύο μπάνια να αδειάσουν.
Αφού τελειώνει πρώτος ο Ανδρέας, μπαίνω στο κάτω μπάνιο και εγώ με τη σειρά μου.
Βγαίνοντας, έχουν ήδη έρθει και οι υπόλοιποι και έχουν φέρει πολύ ωραίο παγωτό από μια ιταλική ζελατερία που έχει απίθανες γεύσεις και τρώνε όλοι στη βεράντα.
- Ποιος έφαγε τη μαρμελάδα μου? Ρωτάει η Κατερίνα που βλέπει άδειο το βαζάκι πάνω στο τραπέζι.
Κάνουμε τους ανήξερους και εκείνη συνεχίζει.
- Την είχα πάρει από το φαρμακείο και είναι ειδική για να πηγαίνω στην τουαλέτα
Ο Ανδρέας με κλωτσάει κάτω από το τραπέζι .
- Εσύ μπάνιο δεν θα κάνεις; Ρωτάει την Κατερίνα
Και συνεχίζει να τρώει λαίμαργα παγωτό.
- Θα βγούμε το βράδυ; Ρωτάει εκείνη με τη σειρά της.
- Ναι. Θα πάμε για φαγητό στη χώρα και μετά για ποτό αν έχουμε όρεξη.
- Ε τότε θα μπω και ΄γω για μπάνιο.
Ε, βέβαια καιρός είναι, λέπια θα βγάλεις στο τέλος.
Αφού ετοιμαζόμαστε όλοι, ξεκινάμε για τον Βαγγέλη, μια ταβέρνα που είναι στην μέση της κεντρικής πλατείας και από ΄κει χαζεύεις τους πάντες. Όποιος είναι στο νησί θα περάσει και μια βόλτα από την πλατεία.
Παραγγέλνουμε ένα περίδρομο φαγητά ως συνήθως, και αφού τρώμε και πίνουμε κρασί χαζεύοντας τον κόσμο, πληρώνουμε και πάμε για ποτό στην γνωστή Αστοίβη.
Το μπαρ έχει αρχίσει να γεμίζει ασφυκτικά αλλά για καλή μας τύχη ο Άγγελος με τον Γιώργο έχουν τραπέζι μέσα και έτσι καθόμαστε μαζί τους.
Ο Φρανσουά παραγγέλνει σαμπάνια και αρχίζει να κουνιέται.
Σαν πολύ κουνιστός μου φαίνεται αλλά μάλλον η ιδέα μου θα ‘ναι . Ντροπή μου να σκέφτομαι τέτοια πράγματα τι με έχει πιάσει, αρραβωνιασμένος άνθρωπος.
Χορεύουμε όλοι, όταν από την πολύ ζέστη βγαίνω έξω να πάρω λίγο αέρα γιατί από το φαί, τα κρασιά και τη σαμπάνια νιώθω ότι θα σκάσω. Κάνω μια βόλτα μέχρι το έξω μπαρ και γυρνώντας να μπω από την άλλη πόρτα περνάω μπροστά από τις τουαλέτες. Καλέ τι είναι αυτά που βλέπω….ο Φρανσουά είναι κολλημένος πάνω στον Ανδρέα ψιθυρίζοντας του στο αυτί και από τον καθρέφτη φαίνεται ότι του πιάνει τον πισινό.
Μη χειρότερα. Μήπως δεν είδα καλά; Μήπως έκαναν πλάκα;
- Τι έγινε πέσαν τα καράβια σου έξω; Με ρωτάει η Μαρία καθώς με βλέπει που γυρίζω σκεπτική.
Τα δικά σου να δεις πόσο έξω έχουν πέσει και δεν το ξέρεις….. Ααχ καημένη Μαρία που δεν μπορούσες να βλέπεις τα σκυλιά της Κατερίνας, που να δεις ο αρραβωνιαστικός σου τι κάνει. Αλλά μήπως πάλι έκανα λάθος και βιάζομαι να βγάλω συμπεράσματα….Μπα όχι αποκλείεται, αφού το είδα με τα μάτια μου. Φέτος στο νησί της Αποκάλυψης θα τα δω όλα μου φαίνεται.
- Που είναι ο Φρανσουά και ο Ανδρέας; Την ρωτάω.
- Ο Φρανσουά πήγε τουαλέτα. Ο Ανδρέας δεν ξέρω. Εδώ ήτανε, μάλλον βγήκε έξω για λίγο.
- Α, μάλιστα.
- Τι έχεις εσύ;
- Τίποτα, μάλλον παράφαγα ως συνήθως και με έχει πιάσει το στομάχι μου, της λέω και αρχίζω να κουνιέμαι με τον Γιώργο που έχει πολλά κέφια σήμερα.
Να και ο Φρανσουά, έρχεται χορεύοντας με τον Ανδρέα πίσω του.
Τώρα που τον καλοβλέπω δεν έχω αμφιβολία για το ποιόν του. Από την αρχή μου έκανε κάπως ανάλαφρος τύπος αλλά δεν το σκεφτόμουνα δεύτερη φορά γιατί πάντα ήτανε με την Μαρία. Τώρα όμως είμαι σίγουρη ότι είναι ο τύπος του καλοζωισμένου buon viver που κάνει λίγο απ’ όλα! Καημένη Μαρία, γαμπρός να σου πετύχει σου ‘λαχε!
Το κέφι έχει ανάψει και όλοι χορεύουν στο τραπέζι και πίνουν σαμπάνια ώσπου σταματάει η μουσική.
- Πάνω στο καλύτερο μας έκοψε. Λέει ο Ανδρέας και σωριάζεται στον καναπέ.
- Αντγέα, να πάμε και Celine μετά. Προτείνει ο Φρανσουά.
Κεφάκια, βλέπω έχουμε γαμπρέ της κακιάς ώρας…
- Εγώ νυστάζω. Πετιέμαι. Καλύτερα να με αφήσετε σπίτι αν είναι να συνεχίσετε.
- Ιατί Νανσύ; Ρωτάει ο Φρανσουά.
- Γιατί μου πέσανε πολλά βαριά στο στομάχι σήμερα, γι’ αυτό.
- Έλα βλάκα, πάμε για λίγο. Και γω δεν είμαι για πολλά ξενύχτια. Λέει η Μαρία σκουντώντας με.
- Καλά ας είναι, απαντάω και ‘γω βλέποντας τον Γιώργο που με καλοκοιτάζει.
Φεύγουμε λοιπόν όλοι για το Celine και το βράδυ συνεχίζεται με τι άλλο από σαμπάνια….και πολύ χορό.
Τι σουρεάλ σκηνικό είναι αυτό που ζω, σκέφτομαι καθώς γυρίζουμε όλοι στο σπίτι και ακόμα δεν έχω δει τίποτα!
- Λοιπόν γλυκιά μου Σάσα, εγώ όπως είπαμε θα κοιμηθώ πάνω με την Κατερίνα. Δηλώνει ο Ανδρέας και ανεβαίνει με ελαφρά πηδηματάκια τη σκάλα.
Δεν είμαστε καλά, αυτό μου έλειπε τώρα.
- Φαίνεται πως θα κοιμηθούμε μαζί , μου λέει ο Χρήστος κοιτώντας με λάγνα.
Βρε δεν πας να πάρεις κανένα ζευγάρι παπούτσια της προκοπής λέω εγώ καλύτερα!
- Όχι μαζί χρυσέ μου. Μάλλον στο ίδιο δωμάτιο. Του απαντάω ξερά για να του κοπεί η όρεξη.
- Ότι πεις. Μου απαντάει στηριγμένος με το ένα χέρι στην πόρτα και συνεχίζει να με κοιτάζει με νόημα.- Εγώ μέσα θα είμαι πάντως.
Αχ, δοκιμάζεται η υπομονή μου σ’ αυτό το νησί φαίνεται. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Βγαίνω στο μπαλκόνι που κάθεται μόνο η Κατερίνα καθώς όλοι οι υπόλοιποι έχουν πάει για ύπνο.
- Πως πάει; Τη ρωτάω.
- Καλά. Δεν μου λες, θέλω να σε ρωτήσω κάτι εντελώς μεταξύ μας.
- Ναι.
- Αυτός ο Φρανσουά μήπως είναι gay;
Κοίτα που τον πήρε και το απολειφάδι χαμπάρι…
- Καλά πως σου ήρθε τέτοιο πράγμα; Κάνω όλο έκπληξη.
- Ο Χρήστος μου το ΄πε, που του το ΄πε ο Ανδρέας.
- Δηλαδή τι του είπε για να έχουμε καλό ρώτημα;
- Να ότι είναι και απ’ τα δύο, και ότι η Μαρία το ξέρει αλλά θέλει να κάνει τη μεγάλη ζωή μαζί του.
- Ααα, ώστε έτσι σου είπε ο Ανδρέας. Τι να σου πω εγώ πρώτη φορά το ακούω αυτό.
Σα δε ντρέπεται, να λέει τέτοια πράγματα πίσω από την πλάτη της κα αυτή να μην έχει ιδέα για τι πρόκειται…
- Τέλος πάντων τι μας ενδιαφέρει εμάς. Σχολιάζει τώρα πια αδιάφορη για τον γαλαζοαίματο γαμπρό.-Καληνύχτα
- Καληνύχτα...

7.8.09

Patmos..."don’t drink and drive just smoke and fly"

Η μέρα κυλά ευχάριστα δίχως άλλες εκπλήξεις. Η ζέστη είναι ανυπόφορη έξω από το νερό και με το που βγαίνεις από τη θάλασσα στεγνώνεις αμέσως. Καθώς κολυμπάμε όλοι μαζί ο Ανδρέας μου δείχνει με νόημα τα χέρια της Κατερίνας που όπως εξέχουν από το νερό οι τρίχες, κολλάνε μεταξύ τους και νομίζεις πως βλέπεις το χέρι του λυκάνθρωπου.
- Τι πάθατε εσείς ; Ρωτάει η Κατερίνα κοιτώντας μας με απορία.
- Μπα που να σκάσεις πανάθεμά σε ,του λέω μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας ενώ πνίγομαι από τα γέλια… αλλά και αυτός δεν πάει πίσω. Και ενώ προσπαθούμε να συνέλθουμε γελάμε πιο πολύ και γραπώνουμε ο ένας τον άλλον για να σωθούμε. Με το ζόρι πλησιάζω το φουσκωτό να πιαστώ, αφού έχω πιει ένα κιλό νερό.
Ο Ανδρέας πιάνεται από τον ώμο μου να μη βουλιάξει και συνεχίζουμε τα νευρικά γέλια.
- Σταμάτα πια δεν μπορώ άλλο, του λέω και πάνω στην προσπάθειά μου να τον ξεφορτωθώ για να ανέβω στο φουσκωτό του δίνω μια στο καρούμπαλο..
Εγώ ανεβαίνω στη βάρκα και αυτός ακόμα γελάει και δεν μπορεί να σταματήσει, καθώς ανεβαίνει τη σκάλα της βάρκας.
- Σε καλό να μας βγούν ..ααχ ούτε η Αγγελοπούλου Δασκαλάκη τόση λυκότριχα!

- Κατερινάκι τι διαβάζεις? Ρωτάει ο Γιώργος και κάθεται δίπλα της.
- Τη ζωή της Τζάκυ Ο.
Εμ δεν σε είχα και για τίποτα καλύτερο εσένα. Τα ξέρουμε ήδη τα πρότυπά σου.
- Γιώργο μήπως έχεις τσιγάρα, γιατί ξέχασα να πάρω και μου τελείωσαν.
Γεμάτο ήταν το πακέτο αλλά η μοντέλα της κακιάς ώρας το έχει σε κακό να αγοράσει δικά της και ώσπου να πεις κύμινο εξαφανίζει τα δικά μου.
- Ναι Σάσα, έχω ένα πακέτο Marlboro δίπλα στον Άγγελο.
Ανοίγω το πακέτο και τι να δω…Μόνο ένα κανονικό τσιγάρο και τα άλλα στριφτά από τα καλά…ε βέβαια με τέτοιο σλόγκαν στον αναπτήρα έπρεπε να το είχα καταλάβει… (don’t drink and drive just smoke and fly)
- Άσε μη στο στερήσω καλύτερα, έχεις μόνο ένα.
- Όχι δεν πειράζει πάρ’ το εγώ θα κάνω από τα άλλα, μήπως θες και εσύ?
- Μπα όχι με πειράζει. Ευχαριστώ πάντως.
Και ενώ οι λοιποί καπνίζουν χόρτο ντάλα μεσημέρι και με καύσωνα (μη χειρότερα δηλαδή), ήμασταν που ήμασταν, απογίναμε…Έχω αρχίσει και εκνευρίζομαι, άσε που φοβάμαι μη μας κολλήσει και σε κανένα βράχο αυτός ο βαρεμένος. Τι ζώ η έρημη, τι ζώ….άντε να τη βγάλουμε και σήμερα.
Και αφού αρχίζουμε το φαγητό, να σου και έρχεται και ο αστακός με την μακαρονάδα του. Όλα κυλάνε φυσιολογικά, δηλαδή τρώμε όλοι εκτός από την Κατερίνα. Τρώω και ΄γω που μετά από την τρίτη μπουκιά αρχίζω και νιώθω μια περίεργη φαγούρα στο λαιμό και πρήξιμο. Ωχ μάλλον με έπιασε η αλλεργία πάλι, καλύτερα να μη φάω άλλο…τι το ‘θελα αφού το ξέρω πως με πειράζει.
Μετά από λίγη ώρα, και αφού στο μεταξύ νιώθω να έχουν πρηστεί και τα χείλια μου, αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες κοκκινίλες στα χέρια. Λες και βγάζω παιδική αρρώστια, αλλά δεν πτοούμαι, το ξέρω πως μετά από λίγη ώρα και με ένα Zirtek θα είμαι περδίκι. Για να δώ τη τσάντα μου, πάντα τα κουβαλάω μαζί μου…Α, να΄το.
- Τι έπαθες σουπιά?
- Τίποτα μια μικρή αλλεργία από τον αστακό. Πήρα το χάπι μου και σε λίγο θα είμαι εντάξει.
Η αλήθεια είναι ότι οι υπόλοιποι με κοιτάζουν με τρόμο.
- Είσαι χάλια ξέρεις. Σχολιάζει η Κατερίνα κοιτώντας με αηδία
- Σίγουρα είσαι καλά? Με ρωτάει ο Γιώργος και έρχεται δίπλα μου. Τι χάπι πήρες?
- Ζιρτεκ.
- Πάλι καλά που είχες κάτι μαζί σου. Πάμε μέσα να ρίξεις λίγο νερό. Σε λίγο θα είσαι καλύτερα.
Καθώς μπαίνω στην αυτοσχέδια εξωτερική τουαλέτα της ταβέρνας τι να δώ....Μια άλλη στον καθρέφτη. Τα χείλη μου διπλάσια μη πω και τριπλάσια, σαν κάτι τραβεστί που έχουν κάνει σιλικόνη. Η μούρη μου κατακόκκινη σαν το παντζάρι και με πιο κόκκινες βούλες στα χέρια.. Ρίχνω λίγο νερό και βγαίνοντας έξω ο Γιώργος περιμένει.
- Αισθάνεσαι καλύτερα?
- Ναι, πολύ σ’ ευχαριστώ .
Τώρα που είδα και πως είμαι…τι να σου πω. Τι γλυκούλης που είναι ,σκέφτομαι γυρνώντας στο τραπέζι.
Ο Νίκος με αγριοκοιτάζει τώρα, λες και είμαστε ακόμα ζευγάρι και έχει θυμώσει που ο Γιώργος ήρθε μαζί μου.
Να, αυτά δεν μπορώ. Για να δεις τι παλιο-χαρακτήρας είναι, με θεωρεί σαν οικόπεδο ένα πράγμα, και παρόλο που με θέλει ακόμα, δεν με διεκδικεί με ωραίο τρόπο όπως πολύ απλά θα μπορούσε να κάνει. Αλλά παρακολουθεί τις κινήσεις μου και μπαστακώνεται λες και είναι αστυνομία με το έτσι θέλω. Εγώ φταίω που δεν τον θέλω μετά? Δεν τον μπορώ άλλο αυτό τον άνθρωπο, και μόνο που τον βλέπω καταπιέζομαι.
Ευτυχώς τα μαζεύουμε για να φύγουμε σιγά-σιγά...

4.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - Μέρος 4ο

Καθώς φεύγουμε από το σπίτι η κουβέντα ξαναγυρίζει που αλλού; Στον πρίγκιπα.
- Λοιπόν δεν γίνεται να έρθει πρίγκιπας και να μην βγω εγώ μαζί του. Δηλώνει η μοντέλα που γνωρίσαμε μόλις πριν δυο ώρες.
Ο Ανδρέας με κοιτάει με νόημα από τον καθρέφτη και τα μάτια του παίρνουν πάλι την έκφραση της αλεπούς μέσα απ’ τα γυαλιά του. Πραγματικά είναι έτοιμο το σενάριο για τις διακοπές…
Φτάνοντας στο παραλιακό bar που γίνεται το beach party, η μουσική ακούγεται όλο και πιο δυνατά καθώς πλησιάζουμε, και ο δρόμος είναι κλεισμένος.
- Μάλλον θα παρκάρω εδώ και πάμε με τα πόδια, δεν προχωράει άλλο το αμάξι. Τον έχουν κλείσει τον δρόμο.
- Α, κανένα πρόβλημα. Εγώ το έχω πιάσει το νόημα του νησιού. Αθλοπαιδείες και Άγιος Ο Θεός…Συμπληρώνει ο Ανδρέας.
Κατηφορίζοντας το δρόμο προς την παραλία, η θάλασσα είναι λάδι και φαίνεται σαν καθρέφτης που αντανακλά το τεράστιο φεγγάρι. Η παραλία είναι γεμάτη κόσμο σε ξαπλώστρες που ρεμβάζει την αυγουστιάτικη θέα της πανσελήνου. Καθώς πλησιάζουμε προς το μπαρ πυκνώνει ο κόσμος.
- Νάτος ο δικός σου. Μου κάνει νόημα σκουντώντας με ο Ανδρέας. Έχει πιάσει πρώτο τραπέζι πίστα και σε περιμένει.
- Ανδρέα είναι και ο Κοντοκώστας εδώ. Λέει ο Χρήστος δείχνοντας τον ακατονόμαστο. (Βλέπεις είναι γνωστό καμάρι της Αθήνας)
- Ναι Χρήστο μου, αν δεις καράβι στο βουνό….
Τον αγριοκοιτάζω και του πατάω μια στο πόδι για να σκάσει.
- Σιγά με ξέρανες.
- Τι είπες Ανδρέα; Ρωτάει ο Χρήστος.
- Τίποτα. Τον είδα λέω, τον είδα.
Εντωμεταξύ η Κατερίνα έχει βρει κάτι γνωστούς και έχει πιάσει την κουβέντα.
Καθόμαστε στο μπαρ και ο Ανδρέας μου ξανακάνει νόημα γιατί ο ακατονόμαστος έχει γυρίσει πλάτη την καρέκλα προς το τραπέζι του, και με κοιτάζει με ύφος. Εγώ γυρνάω την πλάτη μου και ξύνω τον πισινό μου.
- Ξέρεις Ανδρέα, η Εβελίνα (η σταρ Ελλάς που τον παράτησε και τώρα βγαίνει με τον φίλο του που τυχαίνει να είναι ξάδερφος του ακατονόμαστου, μικρός που είναι ο κόσμος...) πήγε να πασάρει την Κατερίνα σ’ αυτόν τον Κοντοκώστα αλλά δεν την ήθελε. Λέει πληροφοριακά ο Χρήστος στον Ανδρέα.
- Για πες μας κι άλλα. Ψοφάω για τέτοια το ξέρεις.
- Του την είχε πάει σε ένα πάρτι του για να την γνωρίσει και δεν έκανε τίποτα. Δεν του άρεσε.
- Α ναι, την θυμάμαι. Θυμάσαι Σάσα που με είχες πάρει μαζί σου στο αποκριάτικο πάρτι του;
- Ναι κάτι θυμάμαι τώρα που το λες . Και έλεγα που το έχω ξαναδεί αυτό το απολειφάδι…Δεν βρίσκει και αυτός μια από δαύτες να μ’ αφήσει και μένα στην ησυχία μου.
Και πάνω στην ώρα έρχεται ….
- Καλησπέρα. Λέει και γυρνάει προς το μπαρ. Μια βότκα λεμόνι παρακαλώ. -Πώς πάει Σάσα;
- Καλά εσύ.
- Καλά, απαντάει και βγάζει τη γλώσσα του έξω σαν κάτι γέρους. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το έκανε αυτό. Κάποτε θυμάμαι όταν ήμουν 17 το έβρισκα χαριτωμένο. Ήταν γιατί δεν τον ήξερα καλά ακόμα. Τώρα μου ‘ρχεται να ξεράσω. Δεν αντέχω άλλο και ξεσπάω.
- Τι θα γίνει ρε Νικολάκη; Ακόμα τα ίδια; Τι καταλαβαίνεις μ’ αυτά που κάνεις μου λες; Δεν βαρέθηκες ακόμα την παρακολούθηση;
- Είσαι τρελή. Νομίζεις ότι σε παρακολουθώ; Για παρανοϊκό μ’ έχεις περάσει;
- Δεν σκοπεύω να τσακωθώ μαζί σου, ούτε να σε προσβάλω θέλω. Απλά με έχει κουράσει αυτό το πράγμα και με καταπιέζει ψυχολογικά. Δεν θέλεις να μιλήσουμε σαν άνθρωποι μια φορά;
Παίρνει τη βότκα του από το μπαρ και μου λέει σε ύφος μεταξύ αστείου και σοβαρού:
- Θα σε καθαρίσω σουπιά . Που θα μου πας; Και ξαναβγάζει έξω τη γλώσσα του.
Παναγία μου, πως έβρισκα κάποτε αυτό το τέρας χαριτωμένο;
- Γιατί να με καθαρίσεις; Πλύθηκα σήμερα. Απαντάω κάνοντας τη χαζή και φεύγω με ελαφρά πηδηματάκια. Αφού κουβέντα με τρελό δεν μπορώ να κάνω, γιατί να συγχύζομαι άδικα; Ας συγχυστεί αυτός καλύτερα. Μα που πήγαν οι άλλοι; Δεν βλέπω κανέναν. Α, νάτοι, έχουν καθίσει σε ένα τραπέζι με κάτι τουρίστριες.
- Tι έγινε; Με ρωτάει ο Ανδρέας.
- Άσε με να χαρείς και ‘συ.
- Αγάπη μου το πεπρωμένο σου είναι και δεν το έχεις καταλάβει ακόμα. Σαν τη Σου-Ελεν στο Ντάλλας. Πάρ’το απόφαση επιτέλους. Αχ αυτή την καημένη τη μάνα σου σκέφτομαι που δεν τον θέλει…Τι χαρά έχεις να πάρεις καημένη μάνα…Σιγο μουρμουρίζει και καθώς χτυπά δυνατά τα χέρια του παλαμάκια, του κόβεται η χαρά απότομα, όταν σηκώνοντας το κεφάλι του, βλέπει τον Νίκο από πάνω του να τον αγριοκοιτάζει.
- Κάθισε αν θέλεις. Του λέει δειλά αλλά δεν παίρνει καμιά απάντηση.
- Κατάλαβες τώρα γιατί δεν είναι το πεπρωμένο μου Ανδρίκο;
- Κατάλαβα, κατάλαβα. Πα, πα, πα, αυτός είναι σκέτος βελζεβούλ. Τα κέρατα και η ουρά του λείπουν. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Τι μάτι είναι αυτό που έχει. Θολό και τρελό συνάμα… Πολύ κακιά ενέργεια. Δίκιο έχεις….
Το κέφι αρχίζει να ανεβαίνει. Χορός στην παραλία και στο ξύλινο πάτωμα του μπαρ, που σείεται ολόκληρο. Ο Ανδρέας με τον Χρήστο παίρνουν μια μεγάλη κανάτα γεμάτη καρπούζι και κερνάνε συνεχώς κάτι Ιταλίδες που χορεύουν ξυπόλυτες.
- Τι κάνεις Σάσα;
- Γειά σου Γιώργο. Καλά είμαι. Εσύ;
- Καλά. Πρώτη χρονιά έρχεσαι στην Πάτμο;
- Όχι. Είχα έρθει και πέρυσι.
- Με ποιους είσαι εδώ;
- Με τον Ανδρέα, τον Χρήστο και τη φίλη του.
- Καλά είσαστε στο ίδιο σπίτι με τον Χρήστο και την Κατερίνα;
- Ναι. Τους ξέρεις;
- Με τον Χρήστο ήμασταν συγκάτοικοι 6 μήνες στην Αμερική.
Μικρός που είναι ο κόσμος…σαν χωριό είναι η Αθήνα...

1.8.09

ΠΑΤΜΟΣ - Μέρος 3ο

Η ώρα έχει περάσει και εμείς περιμένουμε καθώς το πλοίο κάνει μανούβρες στο λιμάνι. Σε λίγο αρχίζουν να κατεβαίνουν οι πρώτοι επιβάτες.
Ο Ανδρέας κουνάει το χέρι του, ή καλύτερα να πώ κουνιέται ολόκληρος καθώς χαιρετάει κάποιους που επίσης τον χαιρετάνε μέσα από ένα τζιπ που σέρνει ένα φουσκωτό.
Αφού βγαίνει από την προβλήτα το τζιπ, σταματάει λίγο πιο μπροστά από μας και κατεβαίνει ο φίλος του Ανδρέα από την θέση του συνοδηγού. Ο φίλος του είναι μετρίου αναστήματος, αρκετά μελαψός και συμπαθής από μακριά, αλλά καθώς τον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας, κάτι ασυνάρτητο και ατσούμπαλο έχουν οι κινήσεις του. Τώρα που τον βλέπω καλύτερα καταλαβαίνω μάλλον τι φταίει. Οι παντόφλες που φοράει πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα με δύο νούμερα μεγαλύτερες!
- Τί γίνεται; Αγκαλιές, φιλιά
- Σας περιμέναμε ώρα. Από δώ η Σάσα και ο Χρήστος.
- Χάρηκα.
- Καλά ποιός οδηγεί το αυτοκίνητο;
- Ανδρέα έχω φέρει έναν οδηγό γιατί δεν μπορούσα να φέρω το φουσκωτό μόνος μου από την Αθήνα. Θα το ρίξει στη θάλασσα και θα φύγει με το επόμενο πλοίο πίσω για Αθήνα.
Μη χειρότερα, βέβαια με τέτοιες παντόφλες που φοράς όχι φουσκωτό ούτε ποδήλατο…βάλε και κατάλαβε τι έχει να γίνει από δω και μπρος.
- Και δε μου λες Χρηστάκη καλή η φίλη σου; Γιατί δεν κατεβαίνει από το αυτοκίνητο;
- Έχει ζαλιστεί από το καράβι. Κατερίνααααα, κατέβα να μιλήσεις στα παιδιά
Η Κατερίνα που δεν φαίνεται καθώς όλο της το πρόσωπο είναι ζωσμένο με μια μπαντάνα ανοίγει την πόρτα και όλο χάρη έρχεται προς το μέρος μας. Είναι πολύ αδύνατη, μελαχρινή χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο εκτός από τα μάτια της που φαίνονται μεγαλύτερα λόγο της αδυναμίας. Καθώς πλησιάζει για να χαιρετήσει, το μάτι μου πέφτει στα χέρια της που είναι ολίγον χνουδωτά. Την ίδια έκπληξη διέκρινα και στο βλέμμα του Ανδρέα που το μάτι του καρφώθηκε στη λυκότριχα.
- Γειά σας
- Η Σάσα και ο Ανδρέας. Η Κατερίνα.
Αφού έγιναν οι συστάσεις πάω εγώ με το υποτιθέμενο μοντέλο στο σπίτι και οι λοιποί να ρίξουν το φουσκωτό στη θάλασσα.
Φτάνοντας στο σπίτι χτυπάει το κινητό μου και μόλις απαντάω μου το κλείνουν.
Αρχίσαμε πάλι! Είναι η ώρα του ακατονόμαστου, θα ετοιμάζονται στο σκάφος για να βγούνε και με θυμήθηκε.
- Εγώ που θα κοιμηθώ; Ρωτάει το μοντέλο.
- Κοίταξε υποθέτω ότι στη μια κρεβατοκάμαρα θα μείνετε εσύ και ο Χρήστος..
- Α,όχι εγώ δεν πρόκειται να κοιμηθώ με τον Χρήστο, δεν είμαστε ζευγάρι ξέρεις.
- Τότε τι να σου πω… Εγώ μέχρι σήμερα κοιμόμουν κάτω. Κάτσε να έρθουν και οι υπόλοιποι και βλέπουμε. Αν θες μπες για μπάνιο να είσαι έτοιμη όταν φθάσουν.
- Α, μπα, δεν χρειάζεται θα αλλάξω μόνο για το βράδυ.
Σε λίγο φθάνουν και οι υπόλοιποι μαζί με τον άμοιρο οδηγό που βιάζεται σαν Βέγγος για να προλάβει να κάνει μπάνιο και να ξαναφύγει.
Ο Ανδρέας στο μεταξύ που από το πρωί μέχρι το βράδυ μουρμούραγε ότι αυτό δεν ήταν σπίτι για διακοπές αλλά κολαστήριο, άρχισε να το διαφημίζει σαν μεσίτης…Γιατί άραγε;
- Πώς σου φαίνεται Χρήστο; Έλα στη βεράντα να δείς θέα.
- Αα, καταπληκτικό. Αποκρίνεται ο Χρήστος. Έχω φέρει και κιάλια, έτσι θα βλέπουμε όλα τα σκάφη. Πάνω έχει βεράντα; Ρωτάει μπαίνοντας για να ανέβει στο πάνω πάτωμα και οι υπόλοιποι τον ακολουθούμε.
- Εγώ που θα κοιμηθώ ; Ρωτάει η miss universe.
- Με τον Ανδρέα . Της λέει ο Χρήστος και κλείνει το μάτι.
- Κόψε τις βλακείες και λέγε.
- Ο Χρήστος θα πάρει την κάτω κρεβατοκάμαρα και ΄γω την πάνω. Υποδεικνύει ο σκηνοθέτης Ανδρέας. Εσύ με τη Σάσα θα κοιμηθείτε στα δύο κρεβάτια του πάνω πατώματος μέχρι να έρθει ο Φρανσουά με την Μαρία.
- Πωπω τι ζέστη είναι αυτή εδώ πάνω, δεν έχει κλιματισμό; Λέει ο Χρήστος τραβώντας τη μπλούζα του, και καθώς πάει να προχωρήσει προς το παράθυρο μπερδεύεται μέσα στις τεράστιες DKNY παντόφλες του και παραπατάει. (Μα τι στο καλό σε προσφορά τις πήρε; Αυτές χωρίς υπερβολή είναι τουλάχιστον 2 νούμερα μεγαλύτερες)
- Αυτή την κρεβατοκάμαρα θα την πάρει ο πρίγκιπας με την αρραβωνιαστικιά του. Πετάγεται ο Ανδρέας. (Πρόλαβε και το ΄σωσε το κατσάδιασμα η αλεπού. )
- Πρίγκιπας; Ποιος ο Νικόλαος; Ρωτάει η Κατερίνα που άστραψε το μάτι της.
- Ποίος πρίγκιπας Ανδρέα;
Τσίμπησε και το άλλο ψάρι. Εγώ γελάω κάτω από τα μουστάκια μου και ο Ανδρέας μου ρίχνει κοφτές ματιές γιατί φοβάται μη του χαλάσω το σχέδιο.
- Ο φίλος μου ο Φρανσουά. Είναι γόνος βασιλικής οικογένειας, 5ος στη σειρά διαδοχής του θρόνου του Βελγίου.
(Καλά από πότε έχει βασιλιά το Βέλγιο και δεν το ΄ξερα;μπορεί και να ΄χει για να το λέει ο Ανδρέας)
- Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα; Ρωτάει ο Χρήστος. που ξέχασε το air condition.
- E, στο λέω τώρα!
Εύκολο να πιστέψουν τον Ανδρέα γιατί έχει πολλές γνωριμίες και μερικές από το διεθνή jet set λόγο Κέρκυρας που είχε μεγαλώσει εκεί τα καλοκαίρια όταν το νησί ήταν στα καλύτερά του…
- Και πότε έρχονται τα παιδιά;
- Μεθαύριο.
- Ωραίος ο πρίγκιπας; Ρωτάει η Κατερίνα.
- Όχι επειδή είναι φίλος μου αλλά είναι όμορφος…
Στο μεταξύ ο Χρήστος φούντωσε από τη ζέστη και ξαναθυμήθηκε το air-condition.
- Καλά αυτός το ξέρει ότι εδώ δεν έχει κλιματισμό;
- Ααα αυτοί είναι απλοί άνθρωποι (εννοώντας τους γαλαζοαίματους) Θέλει να ξεκουραστεί εδώ το παιδί και να χαλαρώσει.
- Τώρα που το λες έτσι, είναι ωραίες οι διακοπές…
(Βρε τι σου είναι αυτό το παιδί ξουράφι! Σου λέει κοτζάμ πρίγκιπας θα μείνει μαζί μας, εγώ θα παραπονεθώ για τη ζέστη;)
- Τι θα κάνουμε τελικά σήμερα; Θα πάμε για κανένα ποτό ή θέλετε να αράξουμε στη βεράντα; Ρωτάω εγώ.
- Ποια βεράντα καλέ. Εγώ είμαι σχεδόν έτοιμη. Απαντάει η κυρία μοντέλο.
- Ναι, ναι. Κάνω και ‘γω ένα ντους και φύγαμε.
Καθόμαστε στη βεράντα ενώ ο Χρήστος κάνει μπάνιο και χτυπάει το τηλέφωνό μου.
- Ναι.
Σιγή και κλείνει η γραμμή.
- Ο παρανοϊκός είναι πάλι; Κοιτάει το ρολόι του
ο Ανδρέας και συνεχίζει. Αργήσαμε βλέπεις
να βγούμε και ανησύχησε…
- Πράγματι είναι η ώρα του.
- Ωχ τι σε περιμένει πάλι κακομοίρα μου. Θα γελάσουμε..
Και αρχίζει να σιγοτραγουδάει καθώς μπαίνει μέσα για να βάλει πουκάμισο.
Η μοντέλα βρίσκει ευκαιρία να μου το παίξει ψαγμένη και αρχίζει …
- Εμείς, δηλαδή η οικογένειά μου έχουμε ένα νησί απέναντι, τους Αρκιούς και εγώ κάνω διακοπές μόνο εκεί γιατί δεν μου αρέσει η Πάτμος.
- Αλήθεια; Εγώ νόμιζα πως δεν έχει ούτε ρεύμα απέναντι παρά μόνο μια ψαροταβέρνα με γεννήτριες.
- Ε, ναι δεν έχει ρεύμα αλλά έχουμε ένα σπίτι εκεί.
- Και είναι δικό σας το νησί;
- Ε, ναι έχουμε κάτι πλαγιές.
(Κατάλαβα το νησί έγινε πλαγιές, οι πλαγιές χωράφια και η ιστορία συνεχίζεται..)
- Και πως και ήρθες στην Πάτμο φέτος;
- Ε, μιας και ο Χρήστος ήρθε εδώ, είπα να του κάνω παρέα.
- Μάλιστα.
Αν το καλοσκεφτείς πώς να πηγαινοερχότανε από απέναντι στη Πάτμο; Γι’ αυτό δεν της άρεσε το νησί και προτιμούσε τα αγριοπρόβατα απέναντι…. Αρχίζει να βγαίνει νόημα.
- Να σε ρωτήσω Σάσα, εσύ τον ξέρεις τον πρίγκιπα;
- Ναι και τη fiancé του ξέρω.
- Καλά αυτό δεν μας νοιάζει.
(Κοίτα θράσος το απολειφάδι!)
- Λοιπόν εμένα η γιαγιά μου που ήξερε και έλεγε τον καφέ μου είχε πεί ότι ο άντρας που θα παντρευτώ θα είναι αριστοκράτης και θα έχει πολλά χρήματα.
- Τι λές; Αλήθεια; (Aπό πόσες γυναίκες έχεις να φας ξύλο σου είπε η γιαγιά σου;)
- Έτοιμος. Πετάγεται ο Χρήστος.
Αμάν τι εμφάνιση είναι αυτή καλοκαιριάτικα! Καλογυαλισμένα κροκοδειλέ παπούτσια και ασορτί ζώνη. Μη χειρότερα….